Ο τρόπος που παρουσιάζεται το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα στο σχολικό βιβλίο.Ο τρόπος που το σχολικό βιβλίο παρουσιάζει το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα μάλλον είναι αποσπασματικός και με ελλιπείς πληροφορίες που δεν επιτρέπουν να σχηματίσει ο αναγνώστης κάποια σαφή εικόνα. Διαβάζω το βιβλίο εντοπίζοντας στοιχεία σχετικά με το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα.
Στη σελ. 17 αναφέρεται η Μακεδονία ως περιοχή όπου εκδηλώθηκαν επαναστατικές ενέργειες («Στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο...») και ρητώς καταγράφεται ο Εμμανουήλ Παπάς μαζί με ονόματα άλλων ηρώων («Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Μολδαβία και τη Βλαχία, ο Εμμανουήλ Παπάς στη Μακεδονία, ο Αθανάσιος Διάκος...»). Επίσης στην ίδια σελίδα γράφει: «Στους θρόνους ηγεμόνευαν, με σουλτανική εντολή, Φαναριώτες, οι οποίοι διατηρούσαν στην υπηρεσία τους πλήθος Ελλήνων και άλλων χριστιανών της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και, φυσικά, της Μολδαβίας και της Βλαχίας».
Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στη Μακεδονία είχαμε εξεγέρσεις ελληνικού εθνικού χαρακτήρα, που όμως ήταν ανεπιτυχείς. Εξεγέρσεις είχαμε και σε όλα τα βαλκάνια εναντίον των Οθωμανών. Επίσης ότι οι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι χριστιανοί σ’ αυτές τις περιοχές.
Στη σελίδα 18 καταγράφονται χρονολογικά τα «σημαντικά γεγονότα της επανάστασης». Στο 1822 γράφει: «Φεβρουάριος, Επανάσταση στον Όλυμπο και στη δυτική Μακεδονία. Επανάσταση στη Νάουσα και στη Βέροια (Ζαφειράκης Λογοθέτης)». Επίσης στα ίδια γεγονότα αναφέρεται στη σελίδα 23. Παραθέτει περιοχές όπου εκδηλώθηκε η επανάσταση και πρόσωπα που πρωτοστάτησαν και καταλήγει: «...η Νάουσα (με αρχηγό το Λογοθέτη Ζαφειράκη) και ο Όλυμπος (με αρχηγούς τον Διαμαντή Νικολάου και τον μετέπειτα ιστοριογράφο του αγώνα Νικόλαο Κασομούλη)». Στην αριστερή σελίδα 22 υπάρχει «χάρτης της Ελληνικής Επανάστασης», Εκεί σημειώνονται στη Χαλκιδική, την Πιερία και την Ημαθία περιοχές που επαναστάτησαν κατά το 1821-22.
Έτσι δημιουργείται η εικόνα ότι και η Μακεδονία είχε το χαρακτήρα που γνωρίζουμε για το σύνολο του ελληνικού χώρου.
Οι σελίδες 34-40 περιλαμβάνουν δύο ενδιαφέρουσες ενότητες του πρώτου κεφαλαίου. Την τέταρτη με τίτλο «το ελληνικό κράτος και η εξέλιξή του (1830-1881)» και τη πέμπτη, «το ανατολικό ζήτημα και ο κριμαϊκός πόλεμος». Στην τέταρτη ενότητα έχουμε αναφορές στον «αλυτρωτισμό που δέσποζε στον πολιτικό βίο της χώρας και επηρέαζε σοβαρά τα δημόσια πράγματα γενικώς» (σελ. 34). Δεν έχουμε όμως καμία συγκεκριμένη αναφορά για την Μακεδονία. Κρισιμότερο ίσως είναι η Πέμπτη ενότητα και αυτό γιατί το μακεδονικό ζήτημα σαφώς είναι μία πτυχή του Ανατολικού Ζητήματος. Έχουμε μία αναφορά στη Μακεδονία στη σελίδα 40, την εξής: «Ωστόσο, η Βρετανία και η Γαλλία εξανάγκασαν τον Όθωνα ... να ανακαλέσει τους Έλληνες αξιωματικούς που είχαν περάσει επικεφαλής ανταρτών στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία».
Αυτή είναι η μόνη πληροφορία που μας δίνει το βιβλίο για το διάστημα ως το 1856.
Περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου («Από το 19ο στον 20ο αιώνα, 1871-1914). Έχουμε την έκτη (6η) αναφορά στη Μακεδονία. Σελίδα 60, «Μισό αιώνα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830) η Ελλάδα φαινόταν να μην ικανοποιεί ούτε τους πιο απαισιόδοξους υποστηρικτές της: με εξαίρεση τα Επτάνησα, που αποδόθηκαν στη χώρα (1863) από τη Βρετανία, και τη Θεσσαλία, που παραχωρήθηκε από την Πύλη (1881) μετά από σύσταση του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878), η Ελλάδα δεν έχει ακόμη απελευθερώσει με τις δυνάμεις της τα “αλύτρωτα” μέρη του έθνους, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου». Σιβυλλική διατύπωση και πυκνή παράθεση γεγονότων σε μία ενότητα που χρονικά φτάνει ως το 1911!
Το συμπέρασμα: η Μακεδονία δεν έχει ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό παρόλο που υπήρξε ευσεβής πόθος και υπήρξε κατά καιρούς ένοπλη δράση ανταρτών. Περιμένουμε να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα στην επόμενη ενότητα «εθνικά κινήματα στη νοτιοανατολική Ευρώπη». Αποδίδω τις πληροφορίες του βιβλίου. Οι Σέρβοι αποκτούν την ανεξαρτησία τους με τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878, γίνεται αναφορά στο πρώτο επαναστατικό τους σκίρτημα το 1804. Επιδιώκουν την απελευθέρωση όλων των Νοτιοσλάβων που τους θεωρούν ομοεθνείς τους. Οι Βούλγαροι έχουν την υποστήριξη των Πανσλαβιστών της Ρωσίας, το 1870 αναγνωρίζεται χωριστή εθνική εκκλησία, η Εξαρχία που τους φέρνει σε ρήξη με το Πατριαρχείο και με τους Έλληνες «επειδή διεκδικούσαν ως βουλγαρικές τις μητροπόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης, τις ιστορικές ελληνικές χώρες, στις οποίες κατοικούσαν Έλληνες, Σλάβοι, Βούλγαροι, Τούρκοι, Αλβανοί και Εβραίοι...». «Το 1878, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου... εξασφάλισαν προς στιγμή τη Μεγάλη Βουλγαρία... που περιλάμβανε ολόκληρη σχεδόν την ελληνική Μακεδονία και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας...» (σελ. 65).
Εδώ οι όροι ελληνική Μακεδονία και Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας χρησιμοποιούνται αναδρομικά. Τη συγκεκριμένη εποχή η Μακεδονία ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν είχε υπάρξει ακόμη ελληνική, και βέβαια δεν είχε υπάρξει Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αυτό δυσκολεύει την παρακολούθηση της εξέλιξης του μακεδονικού ζητήματος. Επίσης, βλέπουμε τη Σερβία και τη Βουλγαρία να διεκδικούν τα ευρωπαϊκά εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι επόμενες σειρές είναι πυκνές σε περιεχόμενο και πολύ προσεκτικές σε διατύπωση. Αντιγράφω:
«Το όραμα της “Μεγάλης Βουλγαρίας” ανησυχούσε στο εξής σοβαρά, εκτός φυσικά από τους Οθωμανούς Τούρκους, τους Έλληνες, τους Σέρβους και τους Ρουμάνους, επειδή οι Βούλγαροι διεκδικούσαν εδάφη τα οποία οι γείτονές τους διεκδικούσαν ήδη ως πατρογονικη κληρονομιά. Ακολούθησε οξύς ανταγωνισμός των Βουλγάρων με τους Σέρβους για τις μεταξύ των δύο χωρών τουρκικές επαρχίες και με τους Έλληνες για το μέλλον των τουρκικών επαρχιών που αποτελούσαν τη Μακεδονία. Ο ανταγωνισμός των Βουλγάρων με τους Έλληνες εκδηλώθηκε με την προσπάθεια των Βουλγάρων να ελέγξουν, με φιλικά προσκείμενους προς αυτούς ιερείς και δασκάλους, τις εκκλησίες και τα σχολεία στις πόλεις και στα χωριά της Μακεδονίας. Τις εκατέρωθεν προσπάθειες για τον έλεγχο των εκκλησιών και των σχολείων κλήθηκαν να στηρίξουν ένοπλες ανταρτικές ομάδες γηγενών, που εξοπλίζονταν άλλες από τους Έλληνες και άλλες από τους Βουλγάρους, καθώς και ανταρτικές ομάδες από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία.
Ήταν ο “Μακεδονικός Αγώνας”, ένας σκληρός πόλεμος ανταρτών Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίοι πολεμούσαν αλλήλους, καθώς και εναντίον των Τούρκων, όταν δεν μπορούσαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με τις τουρκικές δυνάμεις. Ο σκληρός αγώνας στη Μακεδονία και για τη Μακεδονία δοκίμασε επί πέντε σχεδόν χρόνια (1904-1908) την αντοχή των γηγενών, που έπρεπε να επιλέξουν στρατόπεδο. [...] (σελ. 65)
Η προσπάθεια γενικής απόδοσης της ιστορικής εξέλιξης, παρά την προσεκτική διατύπωση, δημιουργεί αμφισημίες και ερωτηματικά. Για το σημείο αυτό του βιβλίου ο κ. Κολιόπουλος δέχθηκε ήδη κριτική και απάντησε στα σχόλια σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου Ιστορίας της Γ' Λυκείου:Σε απάντηση κάθε διαστρεβλωτικού ισχυρισμού, ως γηγενής Έλληνας της Μακεδονίας και ισότιμος συγγραφέας του βιβλίου Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου, υπεύθυνος της σύνταξης του κεφαλαίου για τον Μακεδονικό Αγώνα, τον οποίο χαρακτηρίζω στο κείμενό μου ως "τη μεγάλη υπόθεση του έθνους", βρίσκομαι στη δυσάρεστη ανάγκη να επισημάνω τα ακόλουθα:
Είναι εθνικά επικίνδυνη η προβολή της άποψης ότι ο όρος "γηγενείς" στη Μακεδονία αναφέρεται σε μη Έλληνες. Η άποψη αυτή προβλήθηκε από την παλαιότερη και τη σύγχρονη ανθελληνική προπαγάνδα. Η αποσπασματική χρήση λέξεων ή φράσεων είναι δυνατόν να αποδειχθεί παραπλανητική».
Αντί να σχολιάσω το σχολικό βιβλίο ή την απάντηση του κ. Κολιόπουλου θα προσπαθήσω να ανασυνθέσω την ιστορία του Μακεδονικού ζητήματος κατά το 19ο αιώνα. Το κείμενο είναι σχετικά εκτενές, αλλά έκρινα απαραίτητο να είναι, κατά το δυνατόν, τεκμηριωμένο και να διαβάζεται αυτόνομα.
Βασίλης Συμεωνίδης
Το Μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα
Θα ‘ταν σκόπιμο να ξεκινήσουμε την εξέταση του ζητήματος από το 1822. Αυτήν τη χρονιά έχουμε την εξέγερση του πληθυσμού στη Νάουσα και το Βέρμιο. Η εξέγερση συνδέεται άμεσα με την επανάσταση του 1821 και ως πτυχή αυτής της επανάστασης καταγράφεται από την ελληνική ιστοριογραφία. Είναι ένα σημαντικό σημείο τριβής με την οπτική που αναπτύσσεται στη FYROM καθώς στα σχολικά βιβλία της γειτονικής χώρας η εξέγερση της Νάουσας θεωρείται προπομπός των «μακεδονικών» εθνικών κινημάτων.[1]
Επίσης είναι σκόπιμο να δούμε πολύπλευρα το ζήτημα της Μακεδονίας στα πλαίσια των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και της σύγχρονης ιστορίας όλων των Βαλκανικών λαών και κυρίως αυτών που μοιράζονται το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας ως το 1991, δηλαδή της Ελλάδας, της Σερβίας/Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Σ’ αυτή την προσέγγιση επιβεβαιώνεται η παρατήρηση ότι η «μεγάλη ιδέα» είναι κοινό φαινόμενο σε όλα τα νέα έθνη και αναζητά το στήριγμά της στην ιστορία.[2]
ΕΞΑΡΧΙΑ – ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
Από το 1830 οι Βούλγαροι θέτουν θρησκευτικά αιτήματα ζητώντας αρχιερείς της εθνικότητάς τους και χρήση της βουλγαρικής γλώσσας στη λατρεία. Το 1870 με σουλτανικό φιρμάνι τους αναγνωρίζεται αυτόνομη εκκλησία (Εξαρχία) κάτι που δεν αναγνωρίζει το Πατριαρχείο (σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση) και κηρύσσει τη βουλγαρική εκκλησία σχισματική. Πρόβλημα καθίσταται η διαγραφή των ορίων της Εξαρχίας κάτι που έχει άμεση σχέση με το αξεδιάλυτο μακεδονικό ζήτημα και δημιουργεί τριβές των Βούλγαρων τόσο με τους Έλληνες όσο και με τους Σέρβους. Αυτό που ενώνει τους βαλκανικούς λαούς είναι ο κοινός εχθρός, οι Τούρκοι.[3] Οι Βούλγαροι θα χρησιμοποιήσουν την αυτοκέφαλη εκκλησία τους ως σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της εθνικής τους συνείδησης. Ακόμη με το στοιχείο της ορθόδοξης θρησκείας θα προσπαθήσουν να προσεταιριστούν πληθυσμούς της Μακεδονίας που ως τότε, στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, διαφοροποιούσαν τον εαυτό τους κυρίως ως προς το θρήσκευμα από τους αλλόδοξους, μουσουλμάνους και Εβραίους χωρίς να έχουν διαμορφώσει μια ταυτότητα με βάση άλλα πολιτιστικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα η γλώσσα.[4]
ΣΥΝΘΗΚΗ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Τον Ιούλιο 1875 έχουμε αγροτικές εξεγέρσεις στην Ερζεγοβίνη που την επόμενη χρονιά εξαπλώνεται και στη γειτονική Βοσνία. Τα κινήματα αυτά θεωρείται ότι έχουν και εθνικό χαρακτήρα καθώς ακολουθούν και επηρεάζονται από τις αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές εξεγέρσεις που είχαν προηγηθεί κατά μια εικοσαετία. Αντιμετωπίζονται με σφαγές και ωμότητες από τους Τούρκους με συνέπεια Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Ρουμάνοι να κηρύξουν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας[5].
Ακολούθως στο 1876, χρονιά κατά την οποία εμφανίζεται στη διεθνή διπλωματία η ιδέα της δημιουργίας μιας αυτόνομης Μακεδονίας. Συγκεκριμένα τον Ιούλιο ο Αυστριακός αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ έθεσε το θέμα στον Ρώσο τσάρο Αλέξανδρο Β΄.[6]
Καθ’ όλη τη δεκαετία 1870-1880 έχουμε έξαρση της εθνικοαπελευθερωτικής κίνησης των βαλκανικών λαών με σημαντική υποκίνηση και ενίσχυση από τη Ρωσία η οποία μάλιστα το 1877 κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία και την αναγκάζει να υπογράψει τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (Ιανουάριος 1878). Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος είναι ένα ουσιαστικό πλήγμα στο δόγμα της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και οι βαλκανικοί εθνικισμοί δε μπορούν ακόμη να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο[7]. Όλο αυτό το διάστημα η Ελλάδα παραμένει αδρανής καθώς είναι προσδεμένη στην αγγλική πολιτική. Παρά την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων για συνεργασία με τους Σέρβους, πίεση που εκδηλώνεται με συλλαλητήρια τα οποία μάλιστα είναι ιδιαίτερα δυναμικά και απαιτούν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας με σκοπό την απελευθέρωση των υπόδουλων εδαφών, το σύνολο των Ελλήνων πολιτικών δεν αναλαμβάνει καμία πρωτοβουλία εξαιτίας των επεμβάσεων της αγγλικής πολιτικής. [8] Σ’ αυτήν την αναταραχή στα Βαλκάνια τα συμφέροντα των σλαβικών κρατών συμφωνούν με τη ρωσική πολιτική, αντίθετα οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν ταυτίζονται πάντα με τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή. Η Αγγλία, από τη μια, επισείει προς την Ελλάδα τον πανσλαβικό κίνδυνο και, από την άλλη, υπόσχεται αόριστα τη μελλοντική υπεροχή της Ελλάδας στα Βαλκάνια.[9]
Μπορούμε να αποδώσουμε σχηματικά το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων και την επιρροή τους στα Βαλκάνια. Ρώσοι και Γερμανοί έχουν ερείσματα στη Βουλγαρία, οι Αυστριακοί στη Σερβία και οι Άγγλοι στην Ελλάδα την οποία βλέπουν ως ναυτική προέκτασή τους και της επισείουν το σλαβικό κίνδυνο.[10]
Σημαντική ημερομηνία για την κατανόηση της βουλγαρικής πολιτικής και εθνικιστικής οπτικής είναι η 19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878 συνδεμένη με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Σύμφωνα με αυτήν Σερβία, Μαυροβούνιο με σημαντικές εδαφικές επαυξήσεις γίνονται ανεξάρτητα κράτη, όπως και η Ρουμανία και η Βουλγαρία γίνεται αυτόνομη ηγεμονία που στα όριά της συμπεριλαμβάνονται όλη η Μακεδονία και η Β.Δ Θράκη. Η Ρωσία όμως δεν μπορεί να επιβάλλει την εφαρμογή της συνθήκης καθώς αντιδρούν οι Δυτικές Δυνάμεις και κυρίως η Αγγλία που εκμεταλλεύεται τη δυσαρέσκεια των βαλκανικών λαών. Ο Αγγλικός στόλος πλέει στην Προποντίδα για να πιέσει τις καταστάσεις. Με τους Άγγλους συντάσσονται οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, που εμφανίζονται ως μεγάλη δύναμη υπό την ηγεσία του Μπίσμαρκ.
ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
Έτσι θα οδηγηθούμε στο Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) που αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα δεν είχε άμεσα οφέλη από αυτό το Συνέδριο παρά τις βάσιμες απαιτήσεις της για διεύρυνση των βορείων συνόρων της. (Τα σύνορα παρέμεναν αυτά που είχαν καθοριστεί με τις συνθήκες της Ανεξαρτησίας στη γραμμή Παγασητικού – Αμβρακικού). Η Αγγλία είναι η κερδισμένη από τα αποτελέσματα του Συνεδρίου. Υποσχόμενη βοήθεια στους Τούρκους σε περίπτωση που θα κινδυνεύσουν από τους Ρώσους παίρνει την Κύπρο που η γεωγραφική της θέση γίνεται στρατηγικότερη μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1869). Η Ελλάδα ακολουθεί δουλικά την Αγγλία και οδηγείται σε μια περίεργη ισορροπία με τη Τουρκία που θα κρατήσει για τρία χρόνια καθώς ορίζονταν ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές θα επιλύονταν με διμερείς συζητήσεις. Το 1881, κατά τη σύνοδο των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων με τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η Τουρκία παραχώρησε στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και την Άρτα έναντι ορισμένων οικονομικών αποζημιώσεων για τις τουρκικές περιουσίες.[11] Επίσης, η ελληνική πολιτική προσκολλάται οριστικά στην Αγγλία.[12]
Η καλπάζουσα σήψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται προϋπόθεση για την αστική ανάπτυξη της περιοχής και δημιουργεί κρίση στις σχέσεις των βαλκανικών κρατών. Το Αιγαίο γίνεται το γεωγραφικό επίκεντρο της ελληνικής μεγάλης ιδέας και ο ρόλος της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό είναι να «εκπολιτίσει» την Ανατολή. Αυτά προϋποθέτουν την ανόρθωση του ελληνικού κράτους.[13]
Ως συνέπειες του Συνεδρίου του Βερολίνου έχουμε ακόμα ότι η Βουλγαρία απομακρύνεται από τη ρωσική επιρροή, η Γερμανία παρουσιάζεται ως μεγάλη δύναμη που διεισδύει και αυτή στην Ανατολή, ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας γίνεται κομβικό σημείο για το δρόμο του “Drang mach Osten” (Ώθηση προς την Ανατολή) και επίσης γίνεται ο αντικειμενικός σκοπός όλων των Βαλκανικών κρατών. Πρόβλημα ουσιώδες είναι ότι οι λαοί που κατοικούν στη Μακεδονία είναι εξαιρετικά ανακατωμένοι. Ιδιαίτερα ο σλάβικος πληθυσμός της Μακεδονίας γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Η σύγκρουση οξύνεται με την ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων.[14]
Είναι μετά από όλα αυτά λοιπόν που οι εθνικές αλυτρωτικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια γίνονται εγχειρήματα, διαταράσσουν τις μέχρι τότε ισορροπίες στην περιοχή και θέτουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού των κρατών ώστε να επιδιώξουν την επέκτασή τους. Είναι ενδεικτική η άποψη του ιστορικού Κ. Παπαρρηγόπουλου: «το πειστικότερο των εθνικών δικαίων επιχείρημα είναι η δύναμις». Χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατεί είναι και η φράση του Χ. Τρικούπη: «η Μακεδονία θα γίνη ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσι οι Βούλγαροι δεν αμφιβάλλω ότι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας».[15]
Στο θρόνο της Σερβίας από το 1889 βρίσκεται ο απολυταρχικός Αλέξανδρος Οβρένοβιτς. Επί των ημερών του οξύνεται και ο σερβικός εθνικισμός με ιδιαίτερο στόχο τη Μακεδονία και βασικούς ανταγωνιστές τους Βούλγαρους. Οι Σέρβοι ζητούν συνεργασία με την Ελλάδα. Ως αντιστάθμισμα αναγνωρίζουν το προβάδισμά της στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της ζητώντας την ελληνική υποστήριξη για παγίωση της κυριαρχίας τους στις περιοχές Μοναστηρίου και Στρώμνιτσας και στην αναζήτηση εξόδου στην Αδριατική. Το 1891 ο Τρικούπης επιχειρεί ένα συμβιβασμό σχετικά με το μακεδονικό με επισκέψεις στη Σόφια και το Βελιγράδι. Επίσης κάνει προσπάθεια προσέγγισης με την Τουρκία. Η προσπάθειά του όμως δεν καταλήγει σε κάποια συμφωνία.
Επίσης ιδιαίτερα επιθετικός γίνεται την εποχή αυτή ο βουλγαρικός εθνικισμός. Οργανώνει ένοπλες δυνάμεις στη Μακεδονία με σκοπό να εντάξει στα όρια της Βουλγαρίας τις αμφισβητούμενες περιοχές. Οι Βούλγαροι προσπαθούν να διεισδύσουν στον εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό μηχανισμό που επηρεάζονται από το Πατριαρχείο και το ελληνικό κράτος.[16]
Για την Ελλάδα το διάστημα 1865-1890 σημαίνει τη συνεχώς αυξανόμενη στρατιωτική δαπάνη και τη μεταβολή του ρόλου του κράτους ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας φάσης του Ανατολικού ζητήματος.
Η σύγκρουση θα πάρει και τη μορφή προπαγάνδας. Εμπλέκονται το Πατριαρχείο, η Εξαρχία, τα σχολεία που κάθε εθνικότητα ιδρύει στις περιοχές της Μακεδονίας καθώς και πατριωτικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο.[17]
Έτσι καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του 19ου αιώνα το μακεδονικό παρουσιάζεται ως οξεία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Η πληθυσμιακή σύσταση της Μακεδονίας είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που δύσκολα μπορεί να υπολογιστεί. Και κυρίως ρυθμιστικός παράγοντας είναι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί που δεν έχουν σαφώς διαμορφωμένη εθνική συνείδηση. Οι Βούλγαροι σωβινιστές προσπαθούν να στρέψουν αυτούς τους πληθυσμούς κυρίως εναντίον των Ελλήνων. Τα στοιχεία για την πληθυσμιακή σύσταση δείχνουν την ένταση της προπαγάνδας.
Αυτές οι ετερόκλητες στατιστικές αφορούν το συνολικό γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας που ανήκει ακόμα ενιαία στην οθωμανική αυτοκρατορία.[18] Ίσως πιο εντυπωσιακά και εμφανώς υπερβολικά είναι τα στοιχεία των Σέρβων που σχεδόν εξαφανίζουν τους Βούλγαρους κατοίκους της Μακεδονίας.
Και σήμερα στην ιστορική αντίληψη που προωθούν τα σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ για την εποχή αυτή, κανείς δεν αναγνωρίζεται ως Βούλγαρος σε μακεδονικό έδαφος. Με αυτό τον τρόπο «μακεδονοποιούνται» όλα τα επαναστατικά κινήματα που εκδηλώνονται σε μακεδονικό έδαφος κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι.[19]
Μέχρι στιγμής ωστόσο δε φαίνεται να υπάρχουν στη Μακεδονία πληθυσμοί που να προσδιορίζονται εθνικά ως Μακεδόνες. Πρέπει βέβαια να εξεταστούν τα ερείσματα της πρότασης του Αυστριακού αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ για τη δημιουργία μιας αυτόνομης Μακεδονίας.
ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Παρακολουθώντας την βουλγαρική δραστηριότητα έχουμε, στη Θεσσαλονίκη, την ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) το 1893 από Σλαβομακεδόνες που πρόσκεινται στη Βουλγαρία.[20] Στόχος της οργάνωσης υπήρξε αρχικά η αυτονόμηση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία και η προώθηση του Βουλγαρισμού ώστε σε πιθανή αλλαγή των συνθηκών να ήταν εφικτή η ένωση με τη Βουλγαρία. Στη Βουλγαρία δύο χρόνια αργότερα, το 1895, ιδρύεται το Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο (Βερχόφεν Κομιτέτ). Οι στόχοι του κομιτάτου ταυτίζονται με αυτούς της ΕΜΕΟ αλλά οι σχέσεις των δύο οργανώσεων περνούν από πολλές διακυμάνσεις και τριβές για τη διεύθυνση του βουλγαρικού απελευθερωτικού κινήματος στη Μακεδονία. Οι Βερχοφιστές δεν εκτιμούσαν τους ηγέτες της ΕΜΕΟ, αλλά δεν είχαν αξιόλογη επιρροή στη Μακεδονία.[21] Από το 1897 και μετά οπλισμένες ομάδες Βουλγαρομακεδόνων (κομιτατζήδες) δραστηριοποιούνται στη Μακεδονία.[22] Στα 1900 έχουμε όξυνση των βαλκανικών εσωτερικών ανταγωνισμών. Η προσέγγιση Σερβίας – Βουλγαρίας δίνει νέα περιθώρια και πυκνώνει ο βουλγαρικός ένοπλος αγώνας που στρέφεται όλο και περισσότερο εναντίον του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας. [23]
Βασίλης Συμεωνίδης
[1] Κωφός Ε, Το όραμα της «Μεγάλης Μακεδονίας», παρατηρήσεις στα νέα σχολικά εγχειρίδια των Σκοπίων, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 24-25
[2] Σβορώνος Ν, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1885, σελ. 93
[3] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 97-98
[4] Κολιόπουλος Ι. και άλλοι, Η νεότερη Μακεδονία και το Μακεδονικό Ζήτημα, ΕΒΖ, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 12, 10 (Ανατύπωση από το Νεότερη και Σύγχρονη Μακεδονία, Παρατηρητής – Παπαζήσης)
[5] Βουρνάς Τ, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, τ. α΄, Πατάκης, Αθήνα 2005, σελ. 479
[6] Γούναρης Β. και άλλοι, Ταυτότητες στη Μακεδονία, Παπαζήσης, Αθήνα 1997, σελ. 64
[7] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ. 9
[8] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ 479-481
[9] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 106
[10] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 18
[11] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 483-485, 490, 494 και Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 107
[12] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 17
[13] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. 56-57
[14] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 108-109
[15] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 18
[16] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 9-18 και Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 549-550
[17] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 109
[18] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 550
[19] Κωφός Ε, ο.π. σελ. 23
[20] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 109
[21] Γούναρης Β. και άλλοι, ο.π. σελ. 65-68
[22] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 109
[23] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 564