Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

κριτήρια επιστημονικής και διδακτικής εγκυρότητα για την αξιολόγηση των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας

Ως κριτήρια επιστημονικής και διδακτικής εγκυρότητα για την αξιολόγηση των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας προβάλλονται από την «Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Διδασκαλία της Ιστορίας» (Euroclio) τα εξής1:

Το σχολικό βιβλίο Ιστορίας πρέπει:
α. Να είναι προκλητικό, δηλαδή
— να μην δίνει τελεσίδικες απαντήσεις,
— να παρέχει τη δυνατότητα ευρύτερων και εξωσχολικών προσωπικών προβληματισμών και αναζητήσεων,
— να ενεργοποιεί την κριτική σκέψη των μαθητών βοηθώντας τους να προβούν σε ατομικές κρίσεις.

β. Να ενθαρρύνει την ανάληψη δημιουργικών πρωτοβουλιών, δηλαδή
— να σφυρηλατεί την ανεξάρτητη μάθηση χωρίς την ανάγκη της προσφυγής στην «αυθεντία» του εκπαιδευτικού,
— να ενθαρρύνει τη βιωματική μάθηση,
— να ενθαρρύνει τη σπειροειδή ανάπτυξη των διανοητικών δεξιοτήτων και στάσεων,
— να περιλαμβάνει διαφορετικά είδη εργασιών και ασκήσεων.

γ. Να αντιστοιχεί στον τρέχοντα ιστοριογραφικό και παιδαγωγικό προβληματισμό, δηλαδή
— να αναζητεί την επιστημονική αλήθεια,
— να εμπεριέχει τα πρόσφατα πορίσματα της ιστορικής επιστήμης,
— να μην εμπεριέχει εθνικά στερεότυπα και επιστημονικέ; προκαταλήψεις.

δ. Να περιλαμβάνει πολλές ερμηνευτικές προοπτικές για το παρελθόν, δηλαδή
— να περιέχει πολλές και αντικρουόμενες πρωτογενείς και δευτερογενείς ιστορικές πηγές,
— να αρθρώνεται σε αναφορά με αναλυτικές κατηγορίες, όπως το κοινωνικό φύλο, η κοινωνική τάξη, η ηλικία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ιδιαιτερότητα και τα δικαιώματα των μειονοτικών ομάδων
— να επιχειρεί την ανασυγκρότηση του παρελθόντος μέσα από τους ομόκεντρους ερμηνευτικούς κύκλους της τοπικής κοινωνίας, του έθνους, της Ευρώπης, της παγκόσμιας κοινότητας.

ε. Να αντιστοιχεί στην ηλικία και τα ενδιαφέροντα του μαθητικού κοινού στο οποίο απευθύνεται.

στ. Να ανταποκρίνεται στο γλωσσικό επίπεδο των μαθητών, αλλά και να τους παρέχει τη δυνατότητα να ενισχύουν τις γλωσσικές και εννοιολογικές τους ικανότητες.

ζ. Να καλύπτει όλο το εύρος του αναλυτικού προγράμματος.

η. Να είναι ελκυστικό φροντίζοντας ώστε η αισθητική του διακόσμηση να μην είναι αυτοσκοπός, αλλά να λειτουργεί ως ιστορικό υλικό.

θ. Να κάνει αναφορές σε άλλες κειμενικές ή εξωκειμενικές πηγές πληροφόρησης.

ι. Να έχει διαθεματικό χαρακτήρα αναζητώντας την ιστορικότητα των φαινομένων του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού βίου και σε άλλα γνωστικά πεδία που εντάσσονται στο σχολικό πρόγραμμα2.
_____________
1 Τα κριτήρια αυτά, προϊόν επεξεργασίας της Euroclio, παρουσιάστηκαν σε ειδικό εργαστήριο που λειτούργησε στο πλαίσιο του Συνεδρίου «Disarming History, International Conference on Combating Stereotypes and Prejudice in History Textbooks of South-East Europe», το οποίο οργάνωσε η UNESCO στο Visby της Σουηδίας στο διάστημα 23-25 Σεπτεμβρίου 1949.

2 Στην Ελλάδα δεν γίνεται λόγος για τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των διδακτικών εγχειριδίων κάθε
γνωστικού αντικειμένου, αλλά συντάσσονται και εφαρμόζονται γενικές κανονιστικές προδιαγραφές κατά τη συγγραφή και την αξιολόγηση τους. Σύμφωνα με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, κριτήρια ποιότητας των διδακτικών εγχειριδίων θεωρούνται τα ακόλουθα: 1) το περιεχόμενο, δηλαδή την επιστημονική εγκυρότητα των γνώσεων και η κοινωνικο-πολιτική τους λειτουργία, 2) ο τρόπος παρουσίασης της ύλης, δηλαδή τα γενικά στοιχεία μορφής του διδακτικού εγχειριδίου, το κείμενο, την εικονογράφηση, άλλα στοιχεία ανάλογα με το μάθημα, καθώς και τις τυχόν χρηστικές διευκολύνσεις, 3) η διδακτική και μεθοδολογική διάσταση, δηλαδή η επιλογή και η διάταξη της ύλης, οι τρόποι μεταφοράς της πραγματικότητας, η διδακτική μεθοδολογία, η γλώσσα, η ορολογία και ο βαθμός αναγνωσιμότητας, η ενεργοποίηση κινήτρων μάθησης, η αξιολόγηση των μαθητών και ο βαθμός καθοδήγησης της διδασκαλίας, 4) άλλα αξιολογικά κριτήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η συνάφεια του διδακτικού εγχειριδίου με το πρόγραμμα σπουδών, οι δυνατότητες ανατροφοδότησης της μαθησιακής διαδικασίας, ο ρόλος του εκπαιδευτικού και ο ρόλος του μαθητή. Βλ. σχετικά Πλαίσιο αξιολόγησης διδακτικών εγχειριδίων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο - Τμήμα Αξιολόγησης (πρόεδρος: Αθ. Τριλιανός), Αθήνα, Ιούνιος 1999, 14-30.



(Κόκκινος Γ., 2003, Επιστήμη, ιδεολογία, ταυτότητα, το μάθημα της ιστορίας στον αστερισμό της υπερεθνικότητας και της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 201-203)

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Συμβολή στη συζήτηση για την έννοια του έθνους στην Ελλάδα, η περίπτωση του Ίωνα Δραγούμη

Στο σχολικό βιβλίο, όπως είναι λογικό και αναγκαίο, πολλές φορές τίθεται το ζήτημα του έθνους και εμμέσως το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και του περιεχομένου της.
Σε παλιότερη ανάρτηση με τον τίτλο χρήσεις της ιστορίας έγινε νύξη ακριβώς για το ρόλο της σχολικής ιστορίας να δίνει περιεχόμενο στην έννοια της εθνικής ταυτότητας. Παρόμοια εστίαση είχε το δημοσίευμα του Σαββάτου, 26 Σεπτεμβρίου 2009 με την Πρόταση διδασκαλίας για το κεφάλαιο του βιβλίου: «Το συνέδριο ειρήνης της Βιέννης 1814-15» (σελ. 9-12)

Στη συζήτηση εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα η γλώσσα και η θρησκεία. Ενδεικτικές είναι οι παρακάτω αναφορές.

Σελίδα 32: Η μικρή Ελλάδα της εποχής ήταν ο «αρραβώνας» του «περιούσιου λαού» με τον Κύριό του για τη μέλλουσα ολοκλήρωση της απελευθέρωσης όλων των Ελλήνων, σύμφωνα με μεταγενέστερη ευσεβή εθνική ευχή.
(Από το υποκεφάλαιο «Η έκβαση της επανάστασης» με το οποίο τελειώνει η ενότητα για την ελληνική επανάσταση)

Σελίδα 37: Στη διανόηση αυτής της εποχής ανήκει ο κορυφαίος εθνικός ιστοριογράφος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος υπήρξε από τους βασικότερους αρχιτέκτονες του σύγχρονου ελληνικού έθνους, θεμελιώνοντας την πολιτιστική συνέχεια του έθνους στο χώρο και στο χρόνο, με αδιάσειστο επιχείρημα την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού.
(από το κεφάλαιο το ελληνικό κράτος και η εξέλιξή του 1830-1881)

Απέναντι σ’ αυτά τα κριτήρια, βρίσκεται η πολιτική απόψη του Ελ. Βενιζέλου, όπως διατυπώνεται στο παράθεμα της σελίδας 89: Το θρήσκευμα, η φυλή, η γλώσσα δεν δύνανται να θεωρηθούν ως βέβαιαι ενδείξεις εθνικότητος. Ο μοναδικός αλάνθαστος παράγων είναι η εθνική συνείδησις, δηλαδή η εσκεμμένη θέλησις των ατόμων όπως καθορίσουν την τύχην των και αποφασίσουν εις ποία εθνικήν οικογένεια επιθυμούν να ανήκουν. Ελ. Βενιζέλος.

Όμως, εκείνο το πρόσωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο και ζει δραματικά την νοηματοδότηση της εθνικής ταυτότητας στις αρχές του 20ου αι. ίσως είναι ο Ίων Δραγούμης. Το σχολικό βιβλίο τον συνδυάζει εύλογα με τον Μακεδονικό Αγώνα και έχει στη σελίδα 65 τη φωτογραφία του.

Όμως η παρουσία, η δράση και ο προβληματισμός του Ίωνα Δραγούμη ξεπερνούν το διάστημα που ήταν Πρόξενος στο Μοναστήρι. Ο παρακάτω σύνδεσμος οδηγεί σε κείμενο με τον τίτλο

Συμβολή στη συζήτηση για την έννοια του έθνους στην Ελλάδα, η περίπτωση του Ίωνα Δραγούμη.

Βασίλης Συμεωνίδης

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

o χάρτης της σελίδας 130

Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου (2007) και στη σελίδα 130 υπήρχε ο παρακάτω χάρτης.


Όπως ήταν αναμενόμενο είχε γίνει αντικείμενο επικριτικών σχολίων, γιατί χρησιμοποιεί το τοπωνύμιο Μακεδονία στην περιοχή του σημερινού κράτους της ΠΓΔΜ.

Ο κ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, ένας από τους συγγραφείς είχε δηλώσει: «Ο συγκεκριμένος χάρτης, για το Ολοκαύτωμα, απεικονίζει μία παράνομη, απ’ άκρου εις άκρον ναζιστική Ευρώπη, στο πλαίσιο της οποίας συντελέστηκε το συγκεκριμένο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και η οποία ουδέποτε αναγνωρίστηκε από την Ελλάδα ή τη διεθνή κοινότητα. Αποτελεί ολίσθημα η απόδοση οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας στον παρανοϊκό αυτό σχεδιασμό». (http://www.alfavita.gr/typos/typos070912h.php)

Από την επόμενη χρονιά η λέξη «Μακεδονία» γράφτηκε με μικρότερα γράμματα και στη λεζάντα προστέθηκε ότι «Ο χάρτης αναπαριστά την πολιτική δομή της Ευρώπης που είχαν επιβάλει κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους οι κατακτητές»

Έτσι, η λεζάντα διαμορφώθηκε ως εξής: «Χάρτης των κυριότερων ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Γερμανία και την κατεχόμενη Ευρώπη, όπου θανατώθηκαν εκατομμύρια κρατούμενοι. Ο χάρτης αναπαριστά την πολιτική δομή της Ευρώπης που είχαν επιβάλει κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους οι κατακτητές».

Αυτή η διευκρίνιση μάλλον μπερδεύει τα πράγματα. Τελικά, για ποιο λόγο παρατίθεται ο χάρτης; «Για να απεικονίσει τα κυριότερα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ή την πολιτική δομή της Ευρώπης»; Και τα δύο, θα μπορούσε να είναι μια απάντηση.
Και σχετικά με τις ονομασίες: Αν ο χάρτης είναι ντοκουμέντο εποχής και ξενόγλωσσος που αποδόθηκε στα ελληνικά, έγραφε Deutschland, Germany ή Allemagne• Frankreich, France, ή France• Niederlande, Netherlands ή Pays-Bas• Lettland, Latvia ή Lettonie• Mazedonien, Macedonia ή Macédoine; Πάντως, ενδεικτικά, τα τέσσερα πρώτα ονόματα αποδόθηκαν με τις λέξεις που χρησιμοποιούμε για να ονομάσουμε συγκεκριμένες χώρες: Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Λετονία.


Πάντως η σχολική ιστορία τροφοδότησε πολλές συζητήσεις τα τελευταία χρόνια
(http://www.iospress.gr/ios2007/ios20070923.htm)

Τώρα, φαίνονται όλα κατά πως πρέπει να είναι. Δυο χρόνια μετά, επιβεβαιώνεται ότι όλα είναι όπως πρέπει να είναι. Πού είναι εκείνος ο «συνωστισμός» κριτικής εναντίον του βιβλίου της Ρεπούση;



Βασίλης Συμεωνίδης

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

η γλώσσα του βιβλίου

Ένα από τα «επιφανειακά» χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι η δυσκολία της γλώσσας του. Δηλαδή χαρακτηριστικά όπως ο μακροπερίοδος λόγος και οι πολυσύλλαβες λέξεις. Αυτά τα δύο καθιστούν ένα κείμενο εύκολο ή δύσκολο ανεξάρτητα από τις σημασίες του και άλλους παράγοντες που δε μπορεί να είναι μετρήσιμοι. Ας δούμε δύο αποσπάσματα και τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους.

Απόσπασμα 1
Στην Πρωσία της δυναστείας των Χοχεντσόλερν (Hohenzollern) η γαιοκτητική αριστοκρατία των Γούγκερς (Junkers), που ήλεγχε το στρατό, και η φιλελεύθερη αστική τάξη που ήλεγχε το κοινοβούλιο, συγκρούονταν σε πολλά ζητήματα, ιδίως στο ζήτημα της αύξησης της δύναμης του στρατού που προωθούσε ο νέος βασιλιάς της χώρας από το 1861, ο Γουλιέλμος Α΄ (1861-1871, αυτοκράτορας της Γερμανίας, 1871-1888), και που υπονόμευε το κοινοβούλιο.
σελ. 47

Αποτελέσματα αξιολόγησης

Δείκτες Αναγνωσιμότητας
Αριθμός περιόδων: 1
Αριθμός Λέξεων: 64
Αριθμός συλλαβών: 137
Λέξεις ανα περίοδο: 64
Συλλαβές ανα λέξη: 2.14
Δείκτης αναγνωσιμότητας Flesch: 15.58 πολύ δύσκολο, ΤΕΙ-ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας SMOG: 22.75 επίπεδο ΤΕΙ - ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας FOG: 74.16 πολύ δύσκολο

Απόσπασμα 2
Η νέα αποικιοκρατία, ως ιστορικό φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως ιμπεριαλισμός (από το λατινικό όρο “imperium”: αυτοκρατορία), διέφερε από τις προγενέστερες φάσεις του φαινομένου από την εξής άποψη: οι νέες αποικίες δε δημιουργήθηκαν από το δημογραφικό πλεόνασμα ή από ανεπιθύμητες θρησκευτικές ή άλλες ομάδες του πληθυσμού της Ευρώπης, ούτε ανέπτυξαν τους δεσμούς των μητροπόλεων της γηραιάς ηπείρου.
σελ. 54

Αποτελέσματα αξιολόγησης

Δείκτες Αναγνωσιμότητας
Αριθμός προτάσεων: 1
Αριθμός Λέξεων: 57
Αριθμός συλλαβών: 141
Λέξεις ανα πρόταση: 57.00
Συλλαβές ανα λέξη: 2.47
Δείκτης αναγνωσιμότητας Flesch: 3.03 πολύ δύσκολο, ΤΕΙ-ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας SMOG: 24.21 επίπεδο ΤΕΙ - ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας FOG: 73.67 πολύ δύσκολο


Η αξιολόγηση της δυσκολίας των αποσπασμάτων έγινε με το Λογισμικό αναγνωσιμότητας ελληνικών κειμένων που μπορούμε να βρούμε στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα
Οι μετρήσιμοι παράγοντες που αξιοποιούνται αναφέρονται στην "υλική" διάσταση ενός γραπτού κειμένου και στις ενδείξεις της επιφάνειας του κειμένου. Δηλαδή δεν εξετάζουν τις σημασίες του κειμένου και άλλους παράγοντες που δεν είναι μετρήσιμοι. Για αυτούς θα μπορούσαμε να συζητήσουμε.

Βασίλης Συμεωνίδης

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Το ανατολικό ζήτημα κατά τη δεκαετία 1870-1880

Είναι σημαντικό να δούμε την κατάσταση σε σχέση με την κρίση του Ανατολικού Ζητήματος. Καθ’ όλη τη δεκαετία 1870-1880 έχουμε έξαρση της εθνικοαπελευθερωτικής κίνησης των βαλκανικών λαών με σημαντική υποκίνηση και ενίσχυση από τη Ρωσία η οποία μάλιστα το 1877 κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία και την αναγκάζει να υπογράψει τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (Ιανουάριος 1878). Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος είναι ένα ουσιαστικό πλήγμα στο δόγμα της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [1]. Σ’ αυτήν την αναταραχή στα Βαλκάνια τα συμφέροντα των σλαβικών κρατών συμφωνούν με τη ρωσική πολιτική, αντίθετα οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν ταυτίζονται πάντα με τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή. Η Αγγλία, από τη μια, επισείει προς την Ελλάδα τον πανσλαβικό κίνδυνο και, από την άλλη, υπόσχεται αόριστα τη μελλοντική υπεροχή της Ελλάδας στα Βαλκάνια[2].

Σημαντική είναι η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878). Σύμφωνα με αυτήν Σερβία, Μαυροβούνιο με σημαντικές εδαφικές επαυξήσεις γίνονται ανεξάρτητα κράτη, όπως και η Ρουμανία Η Βουλγαρία γίνεται αυτόνομη ηγεμονία που στα όριά της συμπεριλαμβάνονται όλη η Μακεδονία και η Β.Δ. Θράκη [3]. Η Ρωσία όμως δεν μπορεί να επιβάλλει την εφαρμογή της συνθήκης καθώς αντιδρούν οι Δυτικές Δυνάμεις και κυρίως η Αγγλία που εκμεταλλεύεται τη δυσαρέσκεια των βαλκανικών λαών. Ο Αγγλικός στόλος πλέει στην Προποντίδα για να πιέσει τις καταστάσεις. Με τους Άγγλους συντάσσονται οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, που εμφανίζονται ως μεγάλη δύναμη υπό την ηγεσία του Μπίσμαρκ.

Έτσι θα οδηγηθούμε στο Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) που αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα δεν είχε άμεσα οφέλη από το Συνέδριο παρά τις βάσιμες απαιτήσεις της για διεύρυνση των βορείων συνόρων της. Το 1881 όμως, κατά τη σύνοδο των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων με τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η Τουρκία παραχώρησε στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και την Άρτα έναντι ορισμένων οικονομικών αποζημιώσεων για τις τουρκικές περιουσίες[4].

Η καλπάζουσα σήψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται προϋπόθεση για την αστική ανάπτυξη της περιοχής και δημιουργεί κρίση στις σχέσεις των βαλκανικών κρατών. Το Αιγαίο γίνεται το γεωγραφικό επίκεντρο της ελληνικής μεγάλης ιδέας και ο ρόλος της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό είναι να «εκπολιτίσει» την Ανατολή. Αυτά προϋποθέτουν την ανόρθωση του ελληνικού κράτους[5].

Ως συνέπειες του Συνεδρίου του Βερολίνου έχουμε ακόμα ότι η Βουλγαρία απομακρύνεται από τη ρωσική επιρροή, η Γερμανία παρουσιάζεται ως μεγάλη δύναμη που διεισδύει και αυτή στην Ανατολή, ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας γίνεται κομβικό σημείο για το δρόμο του “Drang mach Osten” (Ώθηση προς την Ανατολή) και επίσης γίνεται ο αντικειμενικός σκοπός όλων των Βαλκανικών κρατών. Πρόβλημα ουσιώδες είναι ότι οι λαοί που κατοικούν στη Μακεδονία είναι εξαιρετικά ανακατωμένοι. Ιδιαίτερα ο σλάβικος πληθυσμός της Μακεδονίας γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Η σύγκρουση οξύνεται με την ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων[6]. Το συνέδριο του Βερολίνου απέφυγε να λύσει το μακεδονικό ζήτημα που είχε ήδη προβληθεί στο προσκήνιο από το 1870 [7].

Είναι μετά από όλα αυτά, λοιπόν, που οι εθνικές αλυτρωτικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια γίνονται εγχειρήματα, διαταράσσουν τις μέχρι τότε ισορροπίες στην περιοχή και θέτουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού των κρατών ώστε να επιδιώξουν την επέκτασή τους. Είναι ενδεικτική η άποψη του ιστορικού Κ. Παπαρρηγόπουλου: «το πειστικότερο των εθνικών δικαίων επιχείρημα είναι η δύναμις». Χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατεί είναι και η φράση του Χ. Τρικούπη: «η Μακεδονία θα γίνη ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσι οι Βούλγαροι δεν αμφιβάλλω ότι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας»[8].


[1] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ. 9
[2] Σβορώνος Ν, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1885, σελ. 106
[3]Κολιόπουλος Ι, Νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 219
[4] Βουρνάς Τ, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, τ. α΄, Πατάκης, Αθήνα 2005, σελ. 483-485, 490, 494 και Σβορώνος Ν, ό.π. σελ. 107 και Κολιόπουλος Ι. ό.π. 219
[5] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. 56-57
[6] Σβορώνος Ν, ό.π. σελ. 108-109
[7] Κολιόπουλος Ι. ό.π. σελ. 219
[8] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 18



Βασίλης Συμεωνίδης
ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο μπορεί να συσχετιστεί με Το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα, εδώ http://istoria3.blogspot.com/2008/04/19.html

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στο νέο και στο παλιό βιβλίο ιστορίας της γ΄ λυκείου

Ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στον τρόπο που παρουσιάζεται η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στο νέο και στο παλιό βιβλίο ιστορίας της γ΄ λυκείου.

Η παράλληλη παρουσίαση των δύο αφηγήσεων πυροδοτεί ενδιαφέρουσα συζήτηση. Οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι οι εκδοχές της ιστορίας αλλάζουν...

Α. το νέο βιβλίο

Η ταχεία προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία εξέπληξε τόσο τους μεν όσο και τους δε, ενώ η Βουλγαρία ανησύχησε ιδιαιτέρως για την τύχη της Θεσσαλονίκης. Ο αρχιστράτηγος και διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος προήλασε ταχύτατα, ύστερα από προτροπή του Βενιζέλου, κατά της Θεσσαλονίκης, όπου έφτασε με ισχυρές δυνάμεις και αξίωσε από τον Τούρκο διοικητή Χασάν Ταχσίν πασά την παράδοση της πόλης την 27η Οκτωβρίου (π.η.).
(Ι. Κολιόπουλος, Κ. Σβολόπουλος, Ε. Χατζηβασιλέιου, Θ Νήμας, Χ. Σχολινάκη-Χελιώτη, Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου, Αθήνα 2007, σελ. 69, 70)
.
.
Β. το προηγούμενο βιβλίο

Κάτω από την απειλή να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από τους Βούλγαρους και να δημιουργηθούν έτσι τετελεσμένα γεγονότα, η κυβέρνηση δίνει την εντολή προς την ηγεσία του ελληνικού στρατού να επιταχυνθεί η πορεία προς την πόλη. Αντίθετα ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήθελε να κινηθεί ο στρατός προς το Μοναστήρι, όπου το ελληνικό εμπόριο ανθούσε. Γύρω από το θέμα αυτό εκδηλώνεται η πρώτη φανερή σύγκρουση μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου. Τελικά η Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε στις 27 Οκτωβρίου/ 9 Νοεμβρίου 1912 ύστερα από την αποφασιστική στάση που έδειξε ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος απέναντι στον Κωνσταντίνο, ενώ οι βουλγαρικές δυνάμεις είχαν φτάσει προ των πυλών της πόλης.
(Β. Σκουλάτου, Ν. Δημακοπούλου, Σ. Κόνδη, Ιστορία, νεότερη και σύγχρονη, τ. β΄, Αθήνα, 2006, 39-41)

Επίσης, τα δυο κείμενα μπορεόυν να σχολιαστούν γλωσσικά. Συγκεκριμένα μπορούν να τεθούν οι ερωτήσεις:

1. Τι προβάλλεται στην πρώτη και τι στη δεύτερη αφήγηση; Ο δράστης ή το γεγονός;
2. Προβάλλεται κάποιο πρόσωπο στην πρώτη αφήγηση; Κρίνετε και τη δεύτερη αφήγηση με βάση το ίδιο κριτήριο;

(Αξιοποιούνται στοιχεία από το μάθημα της Έκθεσης – Έκφρασης της Β’ Λυκείου για την είδηση, τη χρήση της παθητικής ή ενεργητικής σύνταξης, την προβολή της είδησης, τη συντακτική σειρά των λέξεων κλπ)
.
Βασίλης Συμεωνίδης

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

"γεωγραφικοί όροι και στερεότυπα"

Στη σελίδα 63 του βιβλίου αρχίζει το κεφάλαιο με τον τίτλο
«Εθνικά κινήματα στη νοτιοανατολική Ευρώπη».
Γράφει:
Ο γεωγραφικός χώρος και τα ιστοριογραφικά στερεότυπα.
Οι εθνικές ιστοριογραφίες των λαών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς και δυτικοί παρατηρητές και αναλυτές των εξελίξεων στην περιοχή, έχουν δημιουργήσει ορισμένα στερεότυπα για τις χώρες, τους λαούς και το ιστορικό παρελθόν της. Ο όρος «Βαλκάνια», άλλωστε, από ονομασία της οροσειράς του Αίμου έφτασε να σημαίνει περιοχή αστάθειας και συγκρούσεων, ενώ οι λαοί της θεωρείται ότι ρέπουν προς εξάρσεις εθνοφυλετικού χαρακτήρα και ότι είναι διαφορετικοί από τους λαούς της υπόλοιπης Ευρώπης.

Εδώ το βιβλίο θέτει το ενδιαφέρον ζήτημα της ιστοριογραφίας και μάλιστα με το ακόμη πιο ενδιαφέρον ζήτημα της περιοχής μας και του στερεότυπου για αυτήν. Η έμφαση που δίνεται φαίνεται και από την ερώτηση που θέτει το σχολικό βιβλίο στο τέλος του κεφαλαίου (σελ. 67).
«Να αναφερθείτε στα στερεότυπα που έχουν επικρατήσει σχετικά με τους λαούς και τις χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου και να εξηγήσετε γιατί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».

Και ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει η χρήση τριών διαφορετικών γεωγραφικών όρων για την ίδια περιοχή: νοτιοανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια, οροσειρά του Αίμου. Από τη χρήση αυτών των όρων μπορεί να ξεκινήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα και διδακτική κουβέντα.

(αυτή η σύντομη δημοσίευση απλώς ανοίγει το θέμα)


Βασίλης Συμεωνίδης

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Να αντικατασταθεί το βιβλίο ιστορίας γενικής παιδείας της γ΄ λυκείου

Το μπλογκ αυτό δε θέλησε να αμφισβητήσει τους όρους γραφής της σχολική ιστορίας.
Ξεκίνησε σα διαμαρτυρία για τα προβλήματα που δημιουργούσε το βιβλίο Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου, γενικής παιδείας της Γ’ Λυκείου. Ήδη από την αρχή της διδασκαλίας του, τη σχολική χρονιά 2007-08 επισημάναμε την μεγάλη έκταση της ύλης, που σε κάποιο βαθμό οφείλεται στις ανούσιες λεπτομέρειες που παρατίθενται, τις ασάφειες και τις μονομερείς κρίσεις του, τη σιβυλλική γλώσσα και την πρωθύστερη δομή του. Στο κείμενο εκείνο ζητούσαμε «να βρεθεί κάποια λύση».

Φυσικά οι συγγραφείς του βιβλίου έχουν κάθε δικαίωμα να γράφουν την ιστορία όπως τη βλέπουν. Όμως αυτή η μονομερής οπτική της ιστορίας δε μπορεί να γίνεται μοναδικό σχολικό βιβλίο.

Ουσιαστικά, τώρα, την τρίτη χρονιά της διδασκαλίας του, πρέπει να πούμε καθαρά ότι αυτό το βιβλίο δεν τηρεί τους όρους γραφής της ιστορίας για σχολική χρήση και η λύση που υπάρχει είναι η αντικατάστασή του.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

ο προβληματισμός γενικεύεται

Τα σημάδια ευαισθητοποίησης στο φλέγον θέμα της διδασκαλίας της ιστορίας φαίνεται να πληθαίνουν. Ενδεικτικά αναφέρω το άρθρο του Ν. Ξυδάκη "Ο Εμφύλιος δεν είναι στα sos" στην Καθημερινή της 1/11/2009 και την ημερίδα που θα πραγματοποιηθεί στο Δημοτικό θέατρο "Κάρολος Κουν" (Θησείου και Υψηλάντου, Άλιμος), για τη διδακτική της ιστορίας στις 27 Νοεμβρίου (Αυγή, 22/11/2009)
Από την terra computerata η ίδια είδηση αλλά με ενδιαφέρουσα τοποθέτηση της ΕΛΜΕ Νότιας Αθήνας:



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η ΕΛΜΕ Νότιας Αθήνας σας προσκαλεί στην ημερίδα με θέμα:

Πώς διδάσκουμε τη Σύγχρονη Ιστορία στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση;

Σκέψεις, με αφορμή το εγχειρίδιο διδασκαλίας στην Γ΄ Λυκείου:

«Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου».

Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27 Νοεμβρίου, στο Δημοτικό θέατρο Κάρολος Κουν (1ο Λύκειο Αλίμου/ Άλιμος-Κάτω Καλαμάκι, Θησείου και Υψηλάντου), στις 10.30 π.μ.- 15.30 μ.μ.
Θα δοθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης. Για τους συναδέλφους φιλολόγους δικαιολογείται άδεια, με την προσκόμιση της βεβαίωσης.
Πέτρου Δήμητρα, εκπαιδευτικός στο 3ο Λύκειο Αγίου Δημητρίου:
Η αμφιθυμία των μαθητών απέναντι στην Ιστορία τρέπεται σε αθυμία: το παράδειγμα του σχολικού βιβλίου «Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου (από το 1815 έως σήμερα)».

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της συγγραφικής ομάδας του εγχειριδίου:
Εκπονώντας το εγχειρίδιο Ιστορίας Γενικής Παιδείας της Γ΄ Λυκείου.

Λιάκος Αντώνης, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών:
Πώς το παρελθόν γίνεται Ιστορία. Η ευθύνη του ιστορικού.

Δημήτρης Μαυροσκούφης, καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης:
Η αφήγηση στα διδακτικά εγχειρίδια της Ιστορίας: κακός δαίμονας της διδασκαλίας ή δημιουργός κινήτρων μάθησης;

Σακκά Βασιλική, md στη Διδακτική της Ιστορίας, εκπαιδευτικός στο 4ο Λύκειο Πετρούπολης, μέλος του Δ. Σ. της Euroclio:
Η διδασκαλία δύσκολων και επίμαχων ζητημάτων· μια απόπειρα προσέγγισης του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.

Μπάγια Χρύσα, εκπαιδευτικός στο 5ο Λύκειο Γλυφάδας:
Πώς διδάσκουμε, στις αρχές του 21ο αιώνα, Ιστορία Γενικής Παιδείας και Κατεύθυνσης, στην Γ΄ Λυκείου;

Παρεμβάσεις έχουν ζητηθεί από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, την ΠΕΦ, τον κ. Σωτήρη Κόνδη, ιστορικό. Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η ΕΛΜΕ Νότιας Αθήνας συνεχίζει μια επιτυχημένη παράδοση στο ζήτημα της παρέμβασης στην παρεχόμενη από το δημόσιο σχολείο γνώση, με συνείδηση ότι η μορφωτική διάσταση του συνδικαλιστικού μας κινήματος αποτελεί δρόμο της ενδυνάμωσής του. Θέλουμε να συμβάλουμε δημιουργικά στη συζήτηση που έχει τόσα χρόνια ανοίξει στον κλάδο μας για το μάθημα της Ιστορίας, συμπαραστεκόμενοι στον αγώνα που κάνουν οι συνάδελφοι για να αγαπήσουν τα παιδιά την Ιστορία και να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι «ντέρμπι» αλλά πεδίο προβληματισμού και πολυπρισματικής σύνθεσης. Η Γενική Συνέλευση της ΕΛΜΕ Νότιας Αθήνας, ακούγοντας την ανησυχία και τις παρατηρήσεις πολλών συναδέλφων, ήδη έχει εγκρίνει ψήφισμα με το οποίο ζητεί την απόσυρση του εγχειριδίου Ιστορίας Γενικής Παιδείας της Γ΄ Λυκείου.

Ένα πρώτο σημείο κριτικής αφορά στη διδακτική χρηστικότητα του εγχειριδίου. Κατ’ αρχάς, το βιβλίο απωθεί με την εμφάνισή του: γκρίζα κατεβατά, γλώσσα προς αποκρυπτογράφηση, αλληλοεπικαλύψεις, αναπάντητα ερωτήματα. Πώς να καλλιεργηθεί η αγάπη για την Ιστορία; Πώς ο μαθητής να λειτουργήσει δημιουργικά, όταν οι ενότητες του σχολικού βιβλίου είναι περισσότερες από τις ώρες διδασκαλίας; Απουσιάζουν παντελώς αναφορές σε λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα, παραπομπές σε ιστορικό υλικό στο διαδίκτυο, δημιουργικές εργασίες οι οποίες να λαμβάνουν υπόψη ότι το μάθημα διδάσκεται στην Γ΄ Λυκείου.

Ένα δεύτερο σημείο κριτικής αποτελεί ο ιστοριογραφικός προσανατολισμός του βιβλίου. Η προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων γίνεται μακριά από τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και τη θεωρητική σκευή της ιστορικής επιστήμης, έτσι όπως δομήθηκε στον 20ο αιώνα και μετά. Το ιστορικό γίγνεσθαι παρουσιάζεται σαν μια σειρά γεγονότων, δίχως σοβαρές αναφορές στη βαθεία δομή των κοινωνιών, στα οικονομικά και κοινωνικά αίτια που γεννούν τα ιστορικά γεγονότα. Τα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα, οι ιστορικοί νόμοι, οι νοοτροπίες, το συλλογικό υποσυνείδητο και άλλες πολλές θεωρητικές έννοιες της σύγχρονης ιστορικής επιστήμης αγνοούνται. Θα μπορούσαμε να το παραγνωρίσουμε, εάν δεν είχε άμεσες επιπτώσεις και στη διδασκαλία. Ο μαθητής δεν μαθαίνει να ερμηνεύει το ιστορικό γεγονός αιτιακά, λογικά αλλά μόνο με βάση τα όσα φαίνονται.. Εύλογο αποτέλεσμα: να μην κρίνει και να μην συγκρατεί.
Το τρίτο σημείο κριτικής αφορά στο ιδεολογικό στίγμα του εγχειριδίου. Όλοι ξέρουμε ότι ο ιστορικός είναι μέρος του ιστορικού γίγνεσθαι και δεν μπορεί να απεξαρτηθεί από την ιδεολογία του, τις σπουδές του, τον κύκλο συνεργατών του. Αλλά, από αυτό το σημείο, μέχρι τη συστηματική διδασκαλία της αντίληψης του Ιδρύματος Καραμανλή, υπάρχει απόσταση.
Να σημειώσουμε, τέλος, ότι είναι αδύνατο να διδαχθεί στο χρόνο που δίνεται. Ειδικά αν ο διδάσκων έχει την ατυχία να βρίσκεται στην τάξη του και μαθητής που το εξετάζεται πανελλαδικά, τα πράγματα είναι τραγελαφικά.


Χριστίνα Παπαγγελή

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

επιστρέφω αμέσως

Κοντεύουν σχεδόν δυο χρόνια από τη δημιουργία αυτού εδώ του μπλογκ. Αφορμή του υπήρξε το πρώτο κείμενο αποτέλεσμα μάλλον «αμηχανίας» για το βιβλίο Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου που διδάσκονταν πρώτη χρονιά ως εγχειρίδιο στο μάθημα Ιστορίας γενικής παιδείας της Γ΄ Λυκείου.

Συμμετείχα στη σύνταξη αυτού του κειμένου που αναρτήθηκε και εδώ και στις δημοσιεύσεις που ακολούθησαν. Η κριτική ενασχόληση με το σχολικό σύγγραμμα με βοήθησε στην ενασχόλησή μου ξανά με τη σύγχρονη ιστορία. Αποτέλεσμα ήταν τα ποστ που υπογράφω. Τα κείμενα αυτά μετέφερα και στον προσωπικό ιστότοπο μου που φιλοξενείται στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο.

Αισθάνομαι ευχαριστίες για όλους όσοι συζητήσαμε για την ιστορία και τη διδασκαλία της στο σχολείο. Μέσα σε αυτούς φυσικά και το Φανούρη Βώρο που περιέβαλε με ενδιαφέρον αυτή μας την προσπάθεια στις πολλές τηλεφωνικές συνομιλίες μας και, εκτιμώντας την προσπάθειά μας, φρόντισε να δημοσιευτούν κείμενά μας στο τελευταίο έντυπο τεύχος του περιοδικού «τα εκπαιδευτικά». Το διαρκές ενεργό του ενδιαφέρον αποτελεί μάθημα για μένα.

Μάλλον όμως η προσπάθεια που εξέφρασε αυτό το μπλογκ έκανε τον κύκλο της και έχασε όποιον συνεργατικό χαρακτήρα είχε.
Οπότε:

χτυπήστε, είμαι δίπλα



Βασίλης Σ.

Πρόταση διδασκαλίας. Το συνέδριο ειρήνης της Βιέννης 1814-15 (σελ. 9-12)

Πρόταση διδασκαλίας
1. Το συνέδριο ειρήνης της Βιέννης 1814-15 (σελ. 9-12)

Πρώτο βήμα.
Προσδιορισμός της έννοιας «έθνος». Πολιτιστική κοινότητα με κριτήρια τη γλώσσα, τη θρησκεία, τη διακριτή ταυτότητα και ιστορία. Αναφέρεται το παράδειγμα της Γαλλίας. (σελ. 11)

(επιφύλαξη: κατά πόσο το κριτήριο της θρησκείας λειτούργησε στη Γαλλία σα συνεκτικό στοιχείο του έθνους. Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου (1572) δείχνει μάλλον διαίρεση και όχι κοινότητα).

Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου, Φρανσουά Ντυμπουά (από τη http://el.wikipedia.org/)

Εκτός αν υπονοείται αναφορά στη «Λατρεία του Υπερτάτου Όντος» που καθιερώθηκε το 1794

Λατρεία του Υπερτάτου Όντος («Culte de l’ Etre Supreme»). Επίσημη πολιτειακή λατρεία ενός απρόσωπου Θεού, ο οποίος, κατά τους «ροβεσπιεριστές» Ιακωβίνους, προστάτευε την Δημοκρατία και την Πολιτική Αρετή. (http://knol.google.com/k/vlassis-rassias/-/gnmodo87aoe9/91#)


Εκτός αυτών, μπορεί να δημιουργηθεί προβληματισμός με αφορμή «επίκαιρα» στοιχεία. Δικαιούνται οι Νικ Καλάθης (που δεν ξέρει την ελληνική γλώσσα) και Σοφοκλής Σχορτσανίτης να συμμετέχουν στη Εθνική Ομάδα; Αυτή η συζήτηση μπορεί να δείξει πόσο δύσκολο είναι να προσδιοριστεί η έννοια του έθνους με αντικειμενικά κριτήρια.

Οπότε μπορούμε να προσθέσουμε την αναφορά που γίνεται στη σελίδα 89 του βιβλίου, όπου σε παράθεμα με τον τίτλο «ο ορισμός της εθνικής ταυτότητας κατά τον Ελ. Βενιζέλο» αναφέρεται: «Το θρήσκευμα, η φυλή, η γλώσσα, δεν δύνανται να θεωρηθούν ως βέβαιαι ενδείξεις εθνικότητος. Ο μοναδικός αλάνθαστος παράγων είναι η εθνική συνείδησις, δηλαδή η εσκεμμένη θέλησις των ατόμων όπως καθορίσουν την τύχην των και αποφασίσουν εις ποία εθνικήν οικογένειαν επιθυμούν να ανήκουν».

Έτσι οι μαθητές σχηματίζουν πολύπλευρη αντίληψη για την έννοια του έθνους και της εθνικής ταυτότητας, τόσο με πολιτισμικά όσο και με πολιτικά κριτήρια.

Δεύτερο βήμα
Σύγκριση των χαρτών που απεικονίζουν την Ευρώπη το 1815 και στο τέλος του 19ου αι. Μπορεί να αξιοποιηθούν οι χάρτες της σελ. 10 και της σελ. 115. Ή καλύτερα χάρτης που απεικονίζει την Ευρώπη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση.
και μετά τις συνθήκες του Α΄ παγκόσμιου πόλεμου

αξιοποιήθηκε το λογισμικό Centennia


Οι μαθητές παρατηρούν τους δύο χάρτες και σχολιάζεται η δημιουργία των εθνικών κρατών εκεί όπου παλιότερα υπήρχαν πολυεθνικές αυτοκρατορίες.

Ποιες είναι οι «δυνάμεις της ανατροπής που είχε εκθρέψει η Γαλλική Επανάσταση» όπως αναφέρει το βιβλίο; (σελ. 11) Στη σελίδα 12 δίνεται μία απάντηση: «οι αρχές της εθνικής αυτοδιάθεσης και της λαϊκής κυριαρχίας».
Επίσης οι μαθητές μπορούν εύκολα να καταλάβουν ότι και ο Ναπολέων Βοναπάρτης υπήρξε απειλή για τη μορφή του κόσμου όπως ήταν το 1815.

Τρίτο βήμα
Ο ρόλος του Μέττερνιχ και των υπολοίπων εκφραστών του «παλαιού καθεστώτος» είναι η επιδίωξη τους να εμποδίσουν την εξέλιξη της ιστορίας, όπως αυτή έγινε αντιληπτή με τη σύγκριση των δύο χαρτών. Σε αυτό το γενικό πλαίσιο μπορούν να γίνουν κατανοητά το Συνέδριο και η Συνθήκη Ειρήνης της Βιέννης και η συγκρότηση της Ιερής Συμμαχίας (1815).

Τέταρτο βήμα
τα ιστορικά στοιχεία και οι λεπτομέρειες που παραθέτει η αφήγηση του βιβλίου μπορούν να προστεθούν γύρω από αυτούς τους άξονες που σχηματοποιούνται ως εξής:

Βασίλης Συμεωνίδης

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

γιατί οι μαθητές δε διαλέγουν «ιστορία»;

Ανακοινώθηκαν από το Υπεπθ τα στατιστικά των φετινών γενικών εξετάσεων (2009).

Ας δούμε το μάθημα της Ιστορίας γενικής παιδείας και παράλληλα τα υπόλοιπα τρία μαθήματα γενικής παιδείας από τα οποία οι μαθητές πρέπει να επιλέξουν ένα, για να εξεταστούν στις πανελλαδικές.

(μέχρι και το 2005-06 οι μαθητές εξετάζονταν σε 9 μαθήματα στα οποία περιλαμβάνονταν και τα τέσσερα μαθήματα που παραθέτουμε. Από το 2006-07 εξετάζονται συνολικά σε 6 μαθήματα, οι μαθητές διαλέγουν ένα από τα τέσσερα που παραθέτουμε. Από το 2007-08 στο μάθημα της Ιστορίας έχουμε το νέο βιβλίο).


πίνακας 1: η βαθμολόγηση των γραπτών σε δύο κατηγορίες, 0-9,9 και 10-20, από το 2006 ως και φέτος

Σε σχέση με τη βαθμολόγηση το μάθημα της ιστορίας αποδεικνύεται πάθημα. Παρατηρούμε μια ολοένα αυξανόμενη βαθμολόγηση κάτω από το 10 σε αντίθεση ακριβώς με τα μαθηματικά, αλλά και τη φυσική.

πίνακας 2: η προσέλευση (πόσοι μαθητές επέλεξαν κάθε μάθημα) σε κάθε μάθημα από τη χρονιά που επιλέγουν ένα από τα τέσσερα

πίνακας 3: για κάθε ένα από τα μαθήματα η προσέλευση (πόσοι μαθητές επέλεξαν κάθε μάθημα) οι αναβαθμολογήσεις και η βαθμολογία σε δύο κατηγορίες (0-9,9 και 10-20).
Η «υποβάθμιση»/ απαξίωση του μαθήματος της Ιστορίας έχει τρεις κύριες αιτίες:
1. Το μάθημα στερεί τη δυνατότητα από τους μαθητές να επιλέξουν άλλα επιστημονικά πεδία. Όσοι μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης το επιλέγουν εγκλωβίζονται μόνο στο 1ο επιστημονικό πεδίο. Οι μαθητές των άλλων κατευθύνσεων, προφανώς δεν έχουν κανένα λόγο να επιλέξουν σχολές του 1ου πεδίου (διαφορετικά θα στρέφονταν στη θεωρητική κατεύθυνση)
2. Ο όγκος της εξεταστέας ύλης (που είναι πολύ μεγαλύτερος από όσο στα άλλα μαθήματα) και η ποιότητα του σχολικού εγχειριδίου.
3. Το είδος και η δυσκολία των θεμάτων στις Γενικές Εξετάσεις και η αβεβαιότητα για τη «σωστή» απάντηση.

Γιατί;

Τα Μαθηματικά είναι η γλώσσα των θετικών επιστημών και των εφαρμογών που αυτές έχουν.
Η Φυσική είναι η επιστήμη που «πριμοδοτήθηκε» για μισό αιώνα, ως τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μας έδωσε πλήθος εφαρμογές.
Η Βιολογία πήρε τη θέση της Φυσικής.
Η Ιστορία; Σε τι χρειάζεται να συζητάμε θέματα όπως σε αυτό εδώ το μπλογκ; Πόσο εξαργυρώνεται η Ιστορία στην αγορά;
Βέβαια, η γνώση της Ιστορίας είναι σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης της συνείδησης. Όπως και η άγνοια...


Βασίλης Συμεωνίδης

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

το βιβλίο ιστορίας «γράφει ιστορία»

Οι μαθητές δεν το διαβάζουν. Ευτυχώς; Όμως το διαβάζουν και θα συνεχίσουν να το διαβάζουν άλλοι. Όπως οι διαγωνιζόμενοι καθηγητές. Και 'κει είναι που το βιβλίο Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου άρχισε να «γράφει ιστορία». Στον πρόσφατο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ δημιουργήθηκε πρόβλημα με την ερώτηση αρ. 65.

Συγκεκριμένα:
ΕΡΩΤΗΣΗ 65: Με ποια συνθήκη παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου;
Α. Με τη Συνθήκη του Λονδίνου
Β. Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου
Γ. Με τη Συνθήκη του Νεϊγύ
Δ. Με τη Συνθήκη των Σεβρών

Στην ερώτηση αυτή ως σωστή απάντηση ανακοινώθηκε η Δ: με τη Συνθήκη των Σεβρών.

Ο Χρήστος Κάτσικας παρατηρεί στα Νέα, 18 Φεβρουαρίου 2009 : Δεδομένου ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη βιβλιογραφία για την ύλη του διαγωνισμού, παρ΄ όλο που αυτό αποτελεί πάγιο αίτημα των εκπαιδευτικών, το ΑΣΕΠ οφείλει να εξηγήσει πώς επέλεξε ως σωστή απάντηση την επιλογή δ, όταν σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία τα νησιά αυτά φαίνεται να καταχωρούνται στην Ελλάδα με τη Διακοίνωση που υπογράφηκε από τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις στις 13 Φεβρουαρίου 1914 (σελ. 48 του σχολικού βιβλίου Ιστορία Γενικής Παιδείας της Γ΄ Λυκείου). Επίσης, στο βιβλίο της Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου, Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, στη σελ. 87 αναφέρεται ότι « Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τερματίστηκαν με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913). Με αυτή ,η Ελλάδα εξασφάλισε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, τη Νότια Ήπειρο, τα σημαντικά νησιά στο Β. και Α. Αιγαίο (Θάσος, Σαμοθράκη, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία) και την Κρήτη. Τα εδάφη αυτά ονομάστηκαν Νέες Χώρες (Παλιά Ελλάδα: η ελληνική επικράτεια πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους)».
Όλο το δημοσίευμα των Νέων εδώ

Ο Χρήστος Κάτσικας έχει δίκιο, αλλά αναφέρεται στο παλιό βιβλίο Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, των Σκουλάτου, Δημακόπουλου, Κόνδη.

Το νέο βιβλίο Ιστορία του Νεότερου και του Σύγχρονου Κόσμου,( το οποίο διδάσκεται από το σχολικό έτος 2007-08) των Κολιόπουλου, Σβολόπουλου, Χατζηβασιλείου, άλλα καταγράφει.


Ο Σύλλογος Αδιόριστων Εκπαιδευτικών Ρεθύμνου επισημαίνει ότι ίσως το λάθος οφείλεται σε ό,τι γράφει το νέο σχολικό βιβλίο στη σελ. 85: «Με τη Συνθήκη των Σεβρών παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Θράκη, η Δυτική και Ανατολική, και αναγνωρίστηκε η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου, εκτός από τα Δωδεκάνησα».
Πέρα από την ασαφή διατύπωση που μιλά γενικά για «νησιά του Αιγαίου» μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το νέο βιβλίο αναφέρει σε άλλα σημεία πότε παραχωρήθηκαν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Όμως,
στη σελίδα 69, όπου αναφέρεται η Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου, 17/30 Μαΐου 1913 γράφει τα εξής: «οι έξι μεγάλες δυνάμεις αναλάμβαναν να καθορίσουν το μέλλον των νήσων του Αιγαίου»,
στη σελίδα 81, όπου αναφέρεται στις εκκρεμότητες της Συνθήκης του Βουκουρεστίου τα εξής: «Το ζήτημα όμως των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου δε λύθηκε τότε, παρά τη δέσμευση των μεγάλων δυνάμεων να ασκήσουν στην Πύλη τις δέουσες πιέσεις, ώστε να αναγνωρίσει την ελληνική κυριαρχία»,
και μετά φτάνουμε στη σελίδα 85 και τη Συνθήκη των Σεβρών!

Δηλαδή τρεις σκόρπιες αναφορές για να δώσει μια λανθασμένη εντύπωση.

Η Π.Ε.Φ έκανε μία αμήχανη ανακοίνωση χωρίς να σχολιάσει την επιστημονική εγκυρότητα του σχολικού βιβλίου.

Βασίλης Συμεωνίδης

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

πόσοι μαθητές διαλέγουν Ιστορία;

Οι μαθητές της Γ΄ Λυκείου πρέπει να διαλέξουν ένα μάθημα από τα τέσσερα μαθήματα Γενικής Παιδείας: Ιστορία, Φυσική, Βιολογία, Μαθηματικά. Έτσι συμπληρώνεται ο αριθμός των έξι (6) μαθημάτων στα οποία θα εξεταστούν πανελλαδικά.

Το μάθημα της Ιστορίας και της Φυσικής ήταν ήδη έξω από τις προτιμήσεις των μαθητών. Σαφώς και υπάρχει εξήγηση για αυτό το φαινόμενο, αλλά δεν είναι σκόπιμο να συζητηθεί τώρα. Εκείνο που μπορούμε να δούμε είναι τη διαφορά που παρατηρείται με την εισαγωγή του νέου βιβλίου από το σχολικό έτος 2007-08.

Τη χρονιά 2006-07 έχουμε τα εξής δεδομένα προσέλευσης (από τα στατιστικά του ΥΠΕΠΘ) στις πανελλαδικές (Μάιος 2007):

Ιστορίας Γενικής Παιδείας 2162 υποψήφιοι
Μαθηματικά Γενικής Παιδείας 46395 υποψήφιοι
Φυσική Γενικής Παιδείας 1196 υποψήφιοι
Βιολογία Γενικής Παιδείας 43990 υποψήφιοι
σύνολο 93.743 υποψήφιοι
Δηλαδή το μάθημα της Ιστορίας διάλεξε το 2,3% των μαθητών.

Το Σεπτέμβριο του 2007 αρχίζει η διδασκαλία του νέου βιβλίου. Το Μάιο 2008 έχουμε τα εξής στοιχεία (από τα στατιστικά του ΥΠΕΠΘ) για την προσέλευση στις πανελλαδικές:

Ιστορίας Γενικής Παιδείας 749 υποψήφιοι
Μαθηματικά Γενικής Παιδείας 41976 υποψήφιοι
Φυσική Γενικής Παιδείας 818 υποψήφιοι
Βιολογία Γενικής Παιδείας 46774 υποψήφιοι
σύνολο 90317 υποψήφιοι
Δηλαδή το μάθημα της Ιστορίας διάλεξε το 0,8% των μαθητών.

Προφανώς αυτή η διαφορά από το 2,3% (2007) στο 0,8% (2008) έχει ως κύρια, αν όχι μόνη, εξήγηση την αλλαγή του σχολικού εγχειριδίου.

Περιμένουμε και τα στοιχεία από τη φετινή (2008-09) προσέλευση των μαθητών στις πανελλαδικές.

Βασίλης Συμεωνίδης

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

χρήσεις της ιστορίας

Είχε δίκιο ο Γιάννης Μαργιούλας όταν στις 16 Απριλίου 2008 σχολίαζε «υπάρχει κάτι (ή μάλλον πολλά) που μας ενοχλεί, αλλά οι παρατηρήσεις μας δεν ξεπερνούν τις εμπειρικές διαπιστώσεις...» (όλο το σχόλιό του υπάρχει στην ανάρτηση «Το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα».

Συμφώνησα και τότε, συμφωνώ και τώρα πώς η προσπάθειά μας (τόσο η δική μου όσο και των συναδέλφων) «πράγματι, δεν αμφισβήτησε τους όρους και τις προϋποθέσεις συγγραφής της σχολικής ιστορίας». Ωστόσο, νομίζω ότι κατέδειξε την ακαταλληλότητα του βιβλίου ακριβώς με όρους και προϋποθέσεις συγγραφής σχολικής ιστορίας. Και κυρίως το έκανε με αφετηρία και δεδομένο τη διδακτική εμπειρία.

Προχωρώ σε αυτό που υπονοείται σε όλες τις αναρτήσεις και σαφώς αντιλαμβάνεται ο Γιάννης Μαργιούλας. Είναι ότι το συγκεκριμένο σχολικό βιβλίο υπηρετεί απροκάλυπτα εξωεκπαιδευτικούς, εξωιστορικούς και εξωεπιστημονικούς σκοπούς. Και μάλιστα με όρους του 19ου αιώνα.

Ο λόγος στον καθηγητή Ι. Κολιόπουλο (από ομιλία του σε εκδήλωση της ΔΑΠ τον Σεπτέμβριο 2007):

«Όπως είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται με την Ιστορία και τις χρήσεις της, αρχίζει να διαμορφώνεται και στην Ελλάδα μια νέα σχολή κοινωνικών επιστημόνων, αυτή των λεγόμενων αποδομητών του εθνικού κράτους, το οποίο θεωρούν οι εν λόγω επιστήμονες πρόξενο πολέμων και άλλων δεινών. Αντί λοιπόν του εθνικού κράτους και της ομοιογενούς πολιτιστικής κοινωνίας στην οποία στηρίζεται και την οποία προάγει, οι "αποδομητές" επιστήμονες προβάλλουν τη διαμόρφωση μιας "πολυπολιτισμικής" κοινωνίας, η οποία δεν θα προάγει τους στόχους και τις αξίες του εθνικού κράτους, αλλά άλλων πολιτικών μορφωμάτων πολυπολιτισμικού χαρακτήρος» [...] «Η υπονόμευση και η αποδυνάμωση της εθνικής ιστορίας ωστόσο θα είχαν συνέπεια την υπονόμευση της εθνικής αυτογνωσίας και της εθνικής ταυτότητας εν τέλει. Αν κρίνεται σκόπιμη η υπονόμευση της εθνικής ταυτότητας, είναι ανάγκη να δηλωθεί, πειστικά και με στοιχεία από την παγκόσμια πραγματικότητα, τι είδους ταυτότητα θα αντικαταστήσει την εθνική ταυτότητα των διαφόρων λαών. Είναι απαραίτητο, εν προκειμένω, να γνωρίζουν οι Έλληνες ποια ταυτότητα θα αποκτήσουν οι επερχόμενες γενιές τους, αν εγκαταλειφθεί η τωρινή τους ταυτότητα».

(το απόσπασμα είναι από δημοσίευμα στο Βήμα, Κυριακή 1 Ιουνίου 2008)
Ενημέρωση 7 Νοε 2009: Το δημοσίευμα του Βήματος δε βρίσκεται πλέον στο παραπάνω λινκ, ούτε κάπου αλλού. Όμως υπάρχει σχετικό κείμενο του Ι. Κολιόπουλου που περιλαμβάνει τα ίδια αποσπάσματα στο σάιτ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Επίσης, μπορείτε να το βρείτε και εδώ.

Τι ακριβώς θεωρείται εθνική ιστορία, εθνική αυτογνωσία και εθνική ταυτότητα για τον κ. Ι. Κολιόπουλος νομίζω ότι διαφαίνεται από τα λεγόμενά του και ακόμη, έχει διαφανεί από τις προηγούμενες αναρτήσεις.

Βασίλης Συμεωνίδης

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

το μακεδονικό από τα τέλη του 19ου αι. έως τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο

Ερωτήματα για μία προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος από τα τέλη του 19ου αι. έως τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Ένα σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας θα πρέπει να απαντά ή να τοποθετείται σχετικά με κάποιες απορίες ώστε ο μαθητής να έχει σαφή ιστορική οπτική για ένα ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό στο οποίο εμπλέκεται άμεσα η Ελλάδα και επειδή αποτελεί μία πτυχή του ανατολικού ζητήματος. Θεωρώντας ορόσημο τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο διατυπώνονται ερωτήματα που αφορούν την περίοδο ως το 1940. Παρατίθενται, μετά από προσπάθεια συμπύκνωσης και κατηγοριοποίησής τους, τα εξής εννέα:

1. Υπάρχουν, κατά τα τέλη του 19ου αι. – αρχές 20ου, στη Μακεδονία πληθυσμοί που δεν αυτοπροσδιορίζονται εθνικά ή εθνοτικά;
2. Τι ρόλο έχουν οι θρησκευτικοί προσδιορισμοί «πατριαρχικός» ή «εξαρχικός» και οι γλωσσικοί «σλαβόφωνος» ή «ελληνόφωνος» καθώς και ο συνδυασμός τους;
3. Ποια είναι η ιστορική ερμηνεία προσέγγισης για την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903;
4. Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία με ποιους τρόπους διεξάγουν την προσπάθεια επέκτασης τους και πώς αντιμετωπίζουν τους κατοίκους της Μακεδονίας πριν από το 1913;
5. Υπάρχουν πληθυσμοί που αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες; Αν ναι, σε ποιες συγκεκριμένα περιοχές της γεωγραφικής Μακεδονίας; Από πότε;
6. Πώς αντιμετωπίζει η ελληνική πολιτική το πρόβλημα της ανομοιογένειας του πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας μετά το 1913; Είναι συνεπής πολιτική ή χαρακτηρίζεται από παλινωδίες και «ερασιτεχνισμούς»;
7. Ποια θέση έχουν στο μακεδονικό ζήτημα η Βουλγαρία και η Σερβία από το 1913 και μετά;
8. Ποιο ρόλο έπαιξε η Κοινωνία των Εθνών μετά τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο; Τι προβλέπονταν από τις συνθήκες Νεϊγύ, Σεβρών και Λοζάνης για τις μειονότητες που παρέμεναν στα εθνικά εδάφη των βαλκανικών κρατών.
9. Από πότε εμφανίζεται ο «μακεδονισμός», ως σταδιακή διαμόρφωση μιας συνείδησης που αναζητά τα εθνικά της χαρακτηριστικά;

Το σχολικό βιβλίο καλύπτει εν μέρει το ερώτημα 4. Αυτό γίνεται κυρίως στα πλαίσια της παρουσίασης του μακεδονικού αγώνα και των βαλκανικών πολέμων (σελ. 65-66 και 68-73).

Σχετικά με το ερώτημα 7ο έχουμε σκόρπιες πληροφορίες, στις σελίδες 68-73 που αναφέρονται στην κατάσταση αμέσως μετά τους βαλκανικούς πολέμους, στη σελίδα 83 που αναφέρεται στην εισβολή των Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία το 1916 και στις σελίδες 107-108 έχουμε μία αναφορά στην αναθεωρητική πολιτική της Βουλγαρίας.

Για το 8ο ερώτημα θα πάμε στις σελίδες 85-93 και 101-103 όπου περιλαμβάνονται οι ενότητες σχετικά με το συνέδριο ειρήνης του Παρισιού (1919-20) και τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα (1923-1930)

Τα υπόλοιπα ερωτήματα, ως παράμετροι του μακεδονικού ζητήματος, μένουν εκτός. Βέβαια υπάρχει η δυσκολία που προκύπτει από το συνοπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει ένα σχολικό εγχειρίδιο. Και αυτή τη δυσκολία, όμως, πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ειδικοί που τους ανατίθεται η συγγραφή ενός σχολικού βιβλίου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Μία συγκριτική ανάγνωση των «παλιών» βιβλίων και του νέου μπορεί να το δείξει. Επίσης ας ξαναθυμηθούμε τον τρόπο που παρουσιάζεται σε μία παράγραφο η δικτατορία Μεταξά στο βιβλίο της Ιστορίας Κατεύθυνσης της γ΄ λυκείου σε αντίθεση με τη διαστρεβλωτική και εκτενέστερη παρουσίαση που γίνεται στο νέο βιβλίο.
.
Βασίλης Συμεωνίδης
.
προκειμένου να μελετήσω το «μακεδονικό ζήτημα» διάβασα, ανέτρεξα, συμβουλεύτηκα τα παρακάτω:

1. Βουρνάς Τ., Ιστορία Σύγχρονης Ελλάδας, 1909-1940, εκδ. αφων Τολίδη, Αθήνα 1977
2. Βουρνάς Τ., Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, τ. Α΄ 1821-1909, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2005
3. Γούναρης Β. (εισαγωγή-επιμέλεια), Φθινόπωρο 1904 στη Μακεδονία, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, 1992
4. Διβάνη Λ., Ελλάδα και μειονότητες, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1995
5. Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες, Αναγνωστικό (abecedar), εκδ. Μπατάβια, Θεσσαλονίκη 2006
6. Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977
7. Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977
8. Κωστόπουλος Τ., Η απαγορευμένη γλώσσα, εκδ. μαύρη λίστα, Αθήνα 2000
9. Κωφός Ε., Το μακεδονικό κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, (στο Θέματα Ιστορίας Β΄ Λυκείου, εκδ ΟΕΔΒ, Αθήνα 1998
10. Κωφός Ε., Το όραμα της «Μεγάλης Μακεδονίας», εκδ. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1994
11. Κωφός Ευαγ. Η βαλκανική διάσταση του μακεδονικού ζητήματος, Αθήνα 1989
12. Λιβιεράτος Δ., Παντελής Πουλιόπουλος, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1992
13. Μάρτης Ν., Η πλαστογράφηση της Ιστορίας της Μακεδονίας, Αθήνα 1983
14. Παπακωνσταντίνου Μ., Η Μακεδονία μετά το Μακεδονικό Αγώνα, εκδ. ΚΠΕΕ, Αθήνα 1985
15. Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1985
16. Στίνας Α., Αναμνήσεις, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1985
17. Συλλογικό (Γούναρης Β., και άλλοι), Γεγονότα 1903 στη Μακεδονία, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1993
18. Συλλογικό (Γούναρης Β., και άλλοι), Ταυτότητες στη Μακεδονία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1997
19. Συλλογικό (Χασιώτης Ι.Κ., Κολιόπουλος Ι., Κωφός Ε.) Η νεότερη Μακεδονία και το Μακεδονικό Ζήτημα, εκδ. ΕΒΖ (από τη δίτομη έκδοση «Νεότερη και σύγχρονη Μακεδονία, εκδ. Παρατηρητής- Παπαζήσης)
20. Συλλογικό, Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη, εκδ. εργατική δημοκρατία, Αθήνα 1995
21. Χοτζίδης Α., Ευθύμιος Καούδης Ένας Κρητικός αγωνίζεται για τη Μακεδονία, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1996
22. ; Η μακεδονική περιπέτεια. εκδ. Ινστιτούτο διεθνών πολιτικών και στρατηγικών μελετών
23. ; Μακεδονία Ιστορία και πολιτική, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1992
24. ; Πόλεμος κατά πολέμου, εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1975

επιτέλους...

Χαιρόμαστε που το βιβλίο Ιστορίας γενικής παιδείας της γ΄ λυκείου γίνεται θέμα συζήτησης.
Δημοσιεύματα στα Νέα (12-04-2008)
http://ta-nea.dolnet.gr//Article.aspx?d=20080412&nid=8160761&sn=&spid=1363
Δημοσιεύμα στην Ελευθεροτυπία (17-04-2008)
http://www.enet.gr/online/online_fpage_text/id=86692624
Δελτίο Τύπου της ΟΛΜΕ (16-04-2008)
http://olme-attik.att.sch.gr/files/deltia/mathimaistorias160408.pdf
http://www.alfavita.gr/anakoinoseis/ank8416e.php

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

Το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα

Ο τρόπος που παρουσιάζεται το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα στο σχολικό βιβλίο.

Ο τρόπος που το σχολικό βιβλίο παρουσιάζει το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα μάλλον είναι αποσπασματικός και με ελλιπείς πληροφορίες που δεν επιτρέπουν να σχηματίσει ο αναγνώστης κάποια σαφή εικόνα. Διαβάζω το βιβλίο εντοπίζοντας στοιχεία σχετικά με το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα.

Στη σελ. 17 αναφέρεται η Μακεδονία ως περιοχή όπου εκδηλώθηκαν επαναστατικές ενέργειες («Στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο...») και ρητώς καταγράφεται ο Εμμανουήλ Παπάς μαζί με ονόματα άλλων ηρώων («Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στη Μολδαβία και τη Βλαχία, ο Εμμανουήλ Παπάς στη Μακεδονία, ο Αθανάσιος Διάκος...»). Επίσης στην ίδια σελίδα γράφει: «Στους θρόνους ηγεμόνευαν, με σουλτανική εντολή, Φαναριώτες, οι οποίοι διατηρούσαν στην υπηρεσία τους πλήθος Ελλήνων και άλλων χριστιανών της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και, φυσικά, της Μολδαβίας και της Βλαχίας». Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στη Μακεδονία είχαμε εξεγέρσεις ελληνικού εθνικού χαρακτήρα, που όμως ήταν ανεπιτυχείς. Εξεγέρσεις είχαμε και σε όλα τα βαλκάνια εναντίον των Οθωμανών. Επίσης ότι οι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι χριστιανοί σ’ αυτές τις περιοχές.

Στη σελίδα 18 καταγράφονται χρονολογικά τα «σημαντικά γεγονότα της επανάστασης». Στο 1822 γράφει: «Φεβρουάριος, Επανάσταση στον Όλυμπο και στη δυτική Μακεδονία. Επανάσταση στη Νάουσα και στη Βέροια (Ζαφειράκης Λογοθέτης)». Επίσης στα ίδια γεγονότα αναφέρεται στη σελίδα 23. Παραθέτει περιοχές όπου εκδηλώθηκε η επανάσταση και πρόσωπα που πρωτοστάτησαν και καταλήγει: «...η Νάουσα (με αρχηγό το Λογοθέτη Ζαφειράκη) και ο Όλυμπος (με αρχηγούς τον Διαμαντή Νικολάου και τον μετέπειτα ιστοριογράφο του αγώνα Νικόλαο Κασομούλη)». Στην αριστερή σελίδα 22 υπάρχει «χάρτης της Ελληνικής Επανάστασης», Εκεί σημειώνονται στη Χαλκιδική, την Πιερία και την Ημαθία περιοχές που επαναστάτησαν κατά το 1821-22. Έτσι δημιουργείται η εικόνα ότι και η Μακεδονία είχε το χαρακτήρα που γνωρίζουμε για το σύνολο του ελληνικού χώρου.

Οι σελίδες 34-40 περιλαμβάνουν δύο ενδιαφέρουσες ενότητες του πρώτου κεφαλαίου. Την τέταρτη με τίτλο «το ελληνικό κράτος και η εξέλιξή του (1830-1881)» και τη πέμπτη, «το ανατολικό ζήτημα και ο κριμαϊκός πόλεμος». Στην τέταρτη ενότητα έχουμε αναφορές στον «αλυτρωτισμό που δέσποζε στον πολιτικό βίο της χώρας και επηρέαζε σοβαρά τα δημόσια πράγματα γενικώς» (σελ. 34). Δεν έχουμε όμως καμία συγκεκριμένη αναφορά για την Μακεδονία. Κρισιμότερο ίσως είναι η Πέμπτη ενότητα και αυτό γιατί το μακεδονικό ζήτημα σαφώς είναι μία πτυχή του Ανατολικού Ζητήματος. Έχουμε μία αναφορά στη Μακεδονία στη σελίδα 40, την εξής: «Ωστόσο, η Βρετανία και η Γαλλία εξανάγκασαν τον Όθωνα ... να ανακαλέσει τους Έλληνες αξιωματικούς που είχαν περάσει επικεφαλής ανταρτών στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία». Αυτή είναι η μόνη πληροφορία που μας δίνει το βιβλίο για το διάστημα ως το 1856.

Περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου («Από το 19ο στον 20ο αιώνα, 1871-1914). Έχουμε την έκτη (6η) αναφορά στη Μακεδονία. Σελίδα 60, «Μισό αιώνα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830) η Ελλάδα φαινόταν να μην ικανοποιεί ούτε τους πιο απαισιόδοξους υποστηρικτές της: με εξαίρεση τα Επτάνησα, που αποδόθηκαν στη χώρα (1863) από τη Βρετανία, και τη Θεσσαλία, που παραχωρήθηκε από την Πύλη (1881) μετά από σύσταση του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878), η Ελλάδα δεν έχει ακόμη απελευθερώσει με τις δυνάμεις της τα “αλύτρωτα” μέρη του έθνους, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου». Σιβυλλική διατύπωση και πυκνή παράθεση γεγονότων σε μία ενότητα που χρονικά φτάνει ως το 1911! Το συμπέρασμα: η Μακεδονία δεν έχει ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό παρόλο που υπήρξε ευσεβής πόθος και υπήρξε κατά καιρούς ένοπλη δράση ανταρτών.

Περιμένουμε να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα στην επόμενη ενότητα «εθνικά κινήματα στη νοτιοανατολική Ευρώπη». Αποδίδω τις πληροφορίες του βιβλίου. Οι Σέρβοι αποκτούν την ανεξαρτησία τους με τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878, γίνεται αναφορά στο πρώτο επαναστατικό τους σκίρτημα το 1804. Επιδιώκουν την απελευθέρωση όλων των Νοτιοσλάβων που τους θεωρούν ομοεθνείς τους. Οι Βούλγαροι έχουν την υποστήριξη των Πανσλαβιστών της Ρωσίας, το 1870 αναγνωρίζεται χωριστή εθνική εκκλησία, η Εξαρχία που τους φέρνει σε ρήξη με το Πατριαρχείο και με τους Έλληνες «επειδή διεκδικούσαν ως βουλγαρικές τις μητροπόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης, τις ιστορικές ελληνικές χώρες, στις οποίες κατοικούσαν Έλληνες, Σλάβοι, Βούλγαροι, Τούρκοι, Αλβανοί και Εβραίοι...». «Το 1878, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου... εξασφάλισαν προς στιγμή τη Μεγάλη Βουλγαρία... που περιλάμβανε ολόκληρη σχεδόν την ελληνική Μακεδονία και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας...» (σελ. 65). Εδώ οι όροι ελληνική Μακεδονία και Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας χρησιμοποιούνται αναδρομικά. Τη συγκεκριμένη εποχή η Μακεδονία ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν είχε υπάρξει ακόμη ελληνική, και βέβαια δεν είχε υπάρξει Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αυτό δυσκολεύει την παρακολούθηση της εξέλιξης του μακεδονικού ζητήματος. Επίσης, βλέπουμε τη Σερβία και τη Βουλγαρία να διεκδικούν τα ευρωπαϊκά εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οι επόμενες σειρές είναι πυκνές σε περιεχόμενο και πολύ προσεκτικές σε διατύπωση. Αντιγράφω:
«Το όραμα της “Μεγάλης Βουλγαρίας” ανησυχούσε στο εξής σοβαρά, εκτός φυσικά από τους Οθωμανούς Τούρκους, τους Έλληνες, τους Σέρβους και τους Ρουμάνους, επειδή οι Βούλγαροι διεκδικούσαν εδάφη τα οποία οι γείτονές τους διεκδικούσαν ήδη ως πατρογονικη κληρονομιά. Ακολούθησε οξύς ανταγωνισμός των Βουλγάρων με τους Σέρβους για τις μεταξύ των δύο χωρών τουρκικές επαρχίες και με τους Έλληνες για το μέλλον των τουρκικών επαρχιών που αποτελούσαν τη Μακεδονία. Ο ανταγωνισμός των Βουλγάρων με τους Έλληνες εκδηλώθηκε με την προσπάθεια των Βουλγάρων να ελέγξουν, με φιλικά προσκείμενους προς αυτούς ιερείς και δασκάλους, τις εκκλησίες και τα σχολεία στις πόλεις και στα χωριά της Μακεδονίας. Τις εκατέρωθεν προσπάθειες για τον έλεγχο των εκκλησιών και των σχολείων κλήθηκαν να στηρίξουν ένοπλες ανταρτικές ομάδες γηγενών, που εξοπλίζονταν άλλες από τους Έλληνες και άλλες από τους Βουλγάρους, καθώς και ανταρτικές ομάδες από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία.
Ήταν ο “Μακεδονικός Αγώνας”, ένας σκληρός πόλεμος ανταρτών Ελλήνων και Βουλγάρων, οι οποίοι πολεμούσαν αλλήλους, καθώς και εναντίον των Τούρκων, όταν δεν μπορούσαν να αποφύγουν τη σύγκρουση με τις τουρκικές δυνάμεις. Ο σκληρός αγώνας στη Μακεδονία και για τη Μακεδονία δοκίμασε επί πέντε σχεδόν χρόνια (1904-1908) την αντοχή των γηγενών, που έπρεπε να επιλέξουν στρατόπεδο. [...] (σελ. 65)
Η προσπάθεια γενικής απόδοσης της ιστορικής εξέλιξης, παρά την προσεκτική διατύπωση, δημιουργεί αμφισημίες και ερωτηματικά. Για το σημείο αυτό του βιβλίου ο κ. Κολιόπουλος δέχθηκε ήδη κριτική και απάντησε στα σχόλια σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου Ιστορίας της Γ' Λυκείου:


Σε απάντηση κάθε διαστρεβλωτικού ισχυρισμού, ως γηγενής Έλληνας της Μακεδονίας και ισότιμος συγγραφέας του βιβλίου Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου, υπεύθυνος της σύνταξης του κεφαλαίου για τον Μακεδονικό Αγώνα, τον οποίο χαρακτηρίζω στο κείμενό μου ως "τη μεγάλη υπόθεση του έθνους", βρίσκομαι στη δυσάρεστη ανάγκη να επισημάνω τα ακόλουθα:
Είναι εθνικά επικίνδυνη η προβολή της άποψης ότι ο όρος "γηγενείς" στη Μακεδονία αναφέρεται σε μη Έλληνες. Η άποψη αυτή προβλήθηκε από την παλαιότερη και τη σύγχρονη ανθελληνική προπαγάνδα. Η αποσπασματική χρήση λέξεων ή φράσεων είναι δυνατόν να αποδειχθεί παραπλανητική».


Αντί να σχολιάσω το σχολικό βιβλίο ή την απάντηση του κ. Κολιόπουλου θα προσπαθήσω να ανασυνθέσω την ιστορία του Μακεδονικού ζητήματος κατά το 19ο αιώνα. Το κείμενο είναι σχετικά εκτενές, αλλά έκρινα απαραίτητο να είναι, κατά το δυνατόν, τεκμηριωμένο και να διαβάζεται αυτόνομα.
Βασίλης Συμεωνίδης


Το Μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα

Θα ‘ταν σκόπιμο να ξεκινήσουμε την εξέταση του ζητήματος από το 1822. Αυτήν τη χρονιά έχουμε την εξέγερση του πληθυσμού στη Νάουσα και το Βέρμιο. Η εξέγερση συνδέεται άμεσα με την επανάσταση του 1821 και ως πτυχή αυτής της επανάστασης καταγράφεται από την ελληνική ιστοριογραφία. Είναι ένα σημαντικό σημείο τριβής με την οπτική που αναπτύσσεται στη FYROM καθώς στα σχολικά βιβλία της γειτονικής χώρας η εξέγερση της Νάουσας θεωρείται προπομπός των «μακεδονικών» εθνικών κινημάτων.[1]
Επίσης είναι σκόπιμο να δούμε πολύπλευρα το ζήτημα της Μακεδονίας στα πλαίσια των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και της σύγχρονης ιστορίας όλων των Βαλκανικών λαών και κυρίως αυτών που μοιράζονται το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας ως το 1991, δηλαδή της Ελλάδας, της Σερβίας/Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Σ’ αυτή την προσέγγιση επιβεβαιώνεται η παρατήρηση ότι η «μεγάλη ιδέα» είναι κοινό φαινόμενο σε όλα τα νέα έθνη και αναζητά το στήριγμά της στην ιστορία.[2]

ΕΞΑΡΧΙΑ – ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
Από το 1830 οι Βούλγαροι θέτουν θρησκευτικά αιτήματα ζητώντας αρχιερείς της εθνικότητάς τους και χρήση της βουλγαρικής γλώσσας στη λατρεία. Το 1870 με σουλτανικό φιρμάνι τους αναγνωρίζεται αυτόνομη εκκλησία (Εξαρχία) κάτι που δεν αναγνωρίζει το Πατριαρχείο (σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση) και κηρύσσει τη βουλγαρική εκκλησία σχισματική. Πρόβλημα καθίσταται η διαγραφή των ορίων της Εξαρχίας κάτι που έχει άμεση σχέση με το αξεδιάλυτο μακεδονικό ζήτημα και δημιουργεί τριβές των Βούλγαρων τόσο με τους Έλληνες όσο και με τους Σέρβους. Αυτό που ενώνει τους βαλκανικούς λαούς είναι ο κοινός εχθρός, οι Τούρκοι.[3] Οι Βούλγαροι θα χρησιμοποιήσουν την αυτοκέφαλη εκκλησία τους ως σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της εθνικής τους συνείδησης. Ακόμη με το στοιχείο της ορθόδοξης θρησκείας θα προσπαθήσουν να προσεταιριστούν πληθυσμούς της Μακεδονίας που ως τότε, στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, διαφοροποιούσαν τον εαυτό τους κυρίως ως προς το θρήσκευμα από τους αλλόδοξους, μουσουλμάνους και Εβραίους χωρίς να έχουν διαμορφώσει μια ταυτότητα με βάση άλλα πολιτιστικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα η γλώσσα.[4]

ΣΥΝΘΗΚΗ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Τον Ιούλιο 1875 έχουμε αγροτικές εξεγέρσεις στην Ερζεγοβίνη που την επόμενη χρονιά εξαπλώνεται και στη γειτονική Βοσνία. Τα κινήματα αυτά θεωρείται ότι έχουν και εθνικό χαρακτήρα καθώς ακολουθούν και επηρεάζονται από τις αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές εξεγέρσεις που είχαν προηγηθεί κατά μια εικοσαετία. Αντιμετωπίζονται με σφαγές και ωμότητες από τους Τούρκους με συνέπεια Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Ρουμάνοι να κηρύξουν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας[5].
Ακολούθως στο 1876, χρονιά κατά την οποία εμφανίζεται στη διεθνή διπλωματία η ιδέα της δημιουργίας μιας αυτόνομης Μακεδονίας. Συγκεκριμένα τον Ιούλιο ο Αυστριακός αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ έθεσε το θέμα στον Ρώσο τσάρο Αλέξανδρο Β΄.[6]
Καθ’ όλη τη δεκαετία 1870-1880 έχουμε έξαρση της εθνικοαπελευθερωτικής κίνησης των βαλκανικών λαών με σημαντική υποκίνηση και ενίσχυση από τη Ρωσία η οποία μάλιστα το 1877 κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία και την αναγκάζει να υπογράψει τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (Ιανουάριος 1878). Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος είναι ένα ουσιαστικό πλήγμα στο δόγμα της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και οι βαλκανικοί εθνικισμοί δε μπορούν ακόμη να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο[7]. Όλο αυτό το διάστημα η Ελλάδα παραμένει αδρανής καθώς είναι προσδεμένη στην αγγλική πολιτική. Παρά την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων για συνεργασία με τους Σέρβους, πίεση που εκδηλώνεται με συλλαλητήρια τα οποία μάλιστα είναι ιδιαίτερα δυναμικά και απαιτούν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας με σκοπό την απελευθέρωση των υπόδουλων εδαφών, το σύνολο των Ελλήνων πολιτικών δεν αναλαμβάνει καμία πρωτοβουλία εξαιτίας των επεμβάσεων της αγγλικής πολιτικής. [8] Σ’ αυτήν την αναταραχή στα Βαλκάνια τα συμφέροντα των σλαβικών κρατών συμφωνούν με τη ρωσική πολιτική, αντίθετα οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν ταυτίζονται πάντα με τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή. Η Αγγλία, από τη μια, επισείει προς την Ελλάδα τον πανσλαβικό κίνδυνο και, από την άλλη, υπόσχεται αόριστα τη μελλοντική υπεροχή της Ελλάδας στα Βαλκάνια.[9]
Μπορούμε να αποδώσουμε σχηματικά το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων και την επιρροή τους στα Βαλκάνια. Ρώσοι και Γερμανοί έχουν ερείσματα στη Βουλγαρία, οι Αυστριακοί στη Σερβία και οι Άγγλοι στην Ελλάδα την οποία βλέπουν ως ναυτική προέκτασή τους και της επισείουν το σλαβικό κίνδυνο.[10]
Σημαντική ημερομηνία για την κατανόηση της βουλγαρικής πολιτικής και εθνικιστικής οπτικής είναι η 19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878 συνδεμένη με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Σύμφωνα με αυτήν Σερβία, Μαυροβούνιο με σημαντικές εδαφικές επαυξήσεις γίνονται ανεξάρτητα κράτη, όπως και η Ρουμανία και η Βουλγαρία γίνεται αυτόνομη ηγεμονία που στα όριά της συμπεριλαμβάνονται όλη η Μακεδονία και η Β.Δ Θράκη. Η Ρωσία όμως δεν μπορεί να επιβάλλει την εφαρμογή της συνθήκης καθώς αντιδρούν οι Δυτικές Δυνάμεις και κυρίως η Αγγλία που εκμεταλλεύεται τη δυσαρέσκεια των βαλκανικών λαών. Ο Αγγλικός στόλος πλέει στην Προποντίδα για να πιέσει τις καταστάσεις. Με τους Άγγλους συντάσσονται οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, που εμφανίζονται ως μεγάλη δύναμη υπό την ηγεσία του Μπίσμαρκ.

ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
Έτσι θα οδηγηθούμε στο Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) που αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα δεν είχε άμεσα οφέλη από αυτό το Συνέδριο παρά τις βάσιμες απαιτήσεις της για διεύρυνση των βορείων συνόρων της. (Τα σύνορα παρέμεναν αυτά που είχαν καθοριστεί με τις συνθήκες της Ανεξαρτησίας στη γραμμή Παγασητικού – Αμβρακικού). Η Αγγλία είναι η κερδισμένη από τα αποτελέσματα του Συνεδρίου. Υποσχόμενη βοήθεια στους Τούρκους σε περίπτωση που θα κινδυνεύσουν από τους Ρώσους παίρνει την Κύπρο που η γεωγραφική της θέση γίνεται στρατηγικότερη μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1869). Η Ελλάδα ακολουθεί δουλικά την Αγγλία και οδηγείται σε μια περίεργη ισορροπία με τη Τουρκία που θα κρατήσει για τρία χρόνια καθώς ορίζονταν ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές θα επιλύονταν με διμερείς συζητήσεις. Το 1881, κατά τη σύνοδο των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων με τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η Τουρκία παραχώρησε στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και την Άρτα έναντι ορισμένων οικονομικών αποζημιώσεων για τις τουρκικές περιουσίες.[11] Επίσης, η ελληνική πολιτική προσκολλάται οριστικά στην Αγγλία.[12]
Η καλπάζουσα σήψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται προϋπόθεση για την αστική ανάπτυξη της περιοχής και δημιουργεί κρίση στις σχέσεις των βαλκανικών κρατών. Το Αιγαίο γίνεται το γεωγραφικό επίκεντρο της ελληνικής μεγάλης ιδέας και ο ρόλος της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό είναι να «εκπολιτίσει» την Ανατολή. Αυτά προϋποθέτουν την ανόρθωση του ελληνικού κράτους.[13]
Ως συνέπειες του Συνεδρίου του Βερολίνου έχουμε ακόμα ότι η Βουλγαρία απομακρύνεται από τη ρωσική επιρροή, η Γερμανία παρουσιάζεται ως μεγάλη δύναμη που διεισδύει και αυτή στην Ανατολή, ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας γίνεται κομβικό σημείο για το δρόμο του “Drang mach Osten” (Ώθηση προς την Ανατολή) και επίσης γίνεται ο αντικειμενικός σκοπός όλων των Βαλκανικών κρατών. Πρόβλημα ουσιώδες είναι ότι οι λαοί που κατοικούν στη Μακεδονία είναι εξαιρετικά ανακατωμένοι. Ιδιαίτερα ο σλάβικος πληθυσμός της Μακεδονίας γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Η σύγκρουση οξύνεται με την ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων.[14]
Είναι μετά από όλα αυτά λοιπόν που οι εθνικές αλυτρωτικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια γίνονται εγχειρήματα, διαταράσσουν τις μέχρι τότε ισορροπίες στην περιοχή και θέτουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού των κρατών ώστε να επιδιώξουν την επέκτασή τους. Είναι ενδεικτική η άποψη του ιστορικού Κ. Παπαρρηγόπουλου: «το πειστικότερο των εθνικών δικαίων επιχείρημα είναι η δύναμις». Χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατεί είναι και η φράση του Χ. Τρικούπη: «η Μακεδονία θα γίνη ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσι οι Βούλγαροι δεν αμφιβάλλω ότι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας».[15]

Στο θρόνο της Σερβίας από το 1889 βρίσκεται ο απολυταρχικός Αλέξανδρος Οβρένοβιτς. Επί των ημερών του οξύνεται και ο σερβικός εθνικισμός με ιδιαίτερο στόχο τη Μακεδονία και βασικούς ανταγωνιστές τους Βούλγαρους. Οι Σέρβοι ζητούν συνεργασία με την Ελλάδα. Ως αντιστάθμισμα αναγνωρίζουν το προβάδισμά της στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της ζητώντας την ελληνική υποστήριξη για παγίωση της κυριαρχίας τους στις περιοχές Μοναστηρίου και Στρώμνιτσας και στην αναζήτηση εξόδου στην Αδριατική. Το 1891 ο Τρικούπης επιχειρεί ένα συμβιβασμό σχετικά με το μακεδονικό με επισκέψεις στη Σόφια και το Βελιγράδι. Επίσης κάνει προσπάθεια προσέγγισης με την Τουρκία. Η προσπάθειά του όμως δεν καταλήγει σε κάποια συμφωνία.
Επίσης ιδιαίτερα επιθετικός γίνεται την εποχή αυτή ο βουλγαρικός εθνικισμός. Οργανώνει ένοπλες δυνάμεις στη Μακεδονία με σκοπό να εντάξει στα όρια της Βουλγαρίας τις αμφισβητούμενες περιοχές. Οι Βούλγαροι προσπαθούν να διεισδύσουν στον εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό μηχανισμό που επηρεάζονται από το Πατριαρχείο και το ελληνικό κράτος.[16]
Για την Ελλάδα το διάστημα 1865-1890 σημαίνει τη συνεχώς αυξανόμενη στρατιωτική δαπάνη και τη μεταβολή του ρόλου του κράτους ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας φάσης του Ανατολικού ζητήματος.

Η σύγκρουση θα πάρει και τη μορφή προπαγάνδας. Εμπλέκονται το Πατριαρχείο, η Εξαρχία, τα σχολεία που κάθε εθνικότητα ιδρύει στις περιοχές της Μακεδονίας καθώς και πατριωτικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο.[17]
Έτσι καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του 19ου αιώνα το μακεδονικό παρουσιάζεται ως οξεία φάση του Ανατολικού ζητήματος. Η πληθυσμιακή σύσταση της Μακεδονίας είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που δύσκολα μπορεί να υπολογιστεί. Και κυρίως ρυθμιστικός παράγοντας είναι οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί που δεν έχουν σαφώς διαμορφωμένη εθνική συνείδηση. Οι Βούλγαροι σωβινιστές προσπαθούν να στρέψουν αυτούς τους πληθυσμούς κυρίως εναντίον των Ελλήνων. Τα στοιχεία για την πληθυσμιακή σύσταση δείχνουν την ένταση της προπαγάνδας.
Αυτές οι ετερόκλητες στατιστικές αφορούν το συνολικό γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας που ανήκει ακόμα ενιαία στην οθωμανική αυτοκρατορία.[18] Ίσως πιο εντυπωσιακά και εμφανώς υπερβολικά είναι τα στοιχεία των Σέρβων που σχεδόν εξαφανίζουν τους Βούλγαρους κατοίκους της Μακεδονίας.
Και σήμερα στην ιστορική αντίληψη που προωθούν τα σχολικά βιβλία της ΠΓΔΜ για την εποχή αυτή, κανείς δεν αναγνωρίζεται ως Βούλγαρος σε μακεδονικό έδαφος. Με αυτό τον τρόπο «μακεδονοποιούνται» όλα τα επαναστατικά κινήματα που εκδηλώνονται σε μακεδονικό έδαφος κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι.[19]
Μέχρι στιγμής ωστόσο δε φαίνεται να υπάρχουν στη Μακεδονία πληθυσμοί που να προσδιορίζονται εθνικά ως Μακεδόνες. Πρέπει βέβαια να εξεταστούν τα ερείσματα της πρότασης του Αυστριακού αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ για τη δημιουργία μιας αυτόνομης Μακεδονίας.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Παρακολουθώντας την βουλγαρική δραστηριότητα έχουμε, στη Θεσσαλονίκη, την ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) το 1893 από Σλαβομακεδόνες που πρόσκεινται στη Βουλγαρία.[20] Στόχος της οργάνωσης υπήρξε αρχικά η αυτονόμηση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία και η προώθηση του Βουλγαρισμού ώστε σε πιθανή αλλαγή των συνθηκών να ήταν εφικτή η ένωση με τη Βουλγαρία. Στη Βουλγαρία δύο χρόνια αργότερα, το 1895, ιδρύεται το Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο (Βερχόφεν Κομιτέτ). Οι στόχοι του κομιτάτου ταυτίζονται με αυτούς της ΕΜΕΟ αλλά οι σχέσεις των δύο οργανώσεων περνούν από πολλές διακυμάνσεις και τριβές για τη διεύθυνση του βουλγαρικού απελευθερωτικού κινήματος στη Μακεδονία. Οι Βερχοφιστές δεν εκτιμούσαν τους ηγέτες της ΕΜΕΟ, αλλά δεν είχαν αξιόλογη επιρροή στη Μακεδονία.[21] Από το 1897 και μετά οπλισμένες ομάδες Βουλγαρομακεδόνων (κομιτατζήδες) δραστηριοποιούνται στη Μακεδονία.[22] Στα 1900 έχουμε όξυνση των βαλκανικών εσωτερικών ανταγωνισμών. Η προσέγγιση Σερβίας – Βουλγαρίας δίνει νέα περιθώρια και πυκνώνει ο βουλγαρικός ένοπλος αγώνας που στρέφεται όλο και περισσότερο εναντίον του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας. [23]
Βασίλης Συμεωνίδης

[1] Κωφός Ε, Το όραμα της «Μεγάλης Μακεδονίας», παρατηρήσεις στα νέα σχολικά εγχειρίδια των Σκοπίων, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 24-25
[2] Σβορώνος Ν, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1885, σελ. 93
[3] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 97-98
[4] Κολιόπουλος Ι. και άλλοι, Η νεότερη Μακεδονία και το Μακεδονικό Ζήτημα, ΕΒΖ, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 12, 10 (Ανατύπωση από το Νεότερη και Σύγχρονη Μακεδονία, Παρατηρητής – Παπαζήσης)
[5] Βουρνάς Τ, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, τ. α΄, Πατάκης, Αθήνα 2005, σελ. 479
[6] Γούναρης Β. και άλλοι, Ταυτότητες στη Μακεδονία, Παπαζήσης, Αθήνα 1997, σελ. 64
[7] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ. 9
[8] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ 479-481
[9] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 106
[10] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 18
[11] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 483-485, 490, 494 και Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 107
[12] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 17
[13] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. 56-57
[14] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 108-109
[15] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 18
[16] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 9-18 και Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 549-550
[17] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 109
[18] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 550
[19] Κωφός Ε, ο.π. σελ. 23
[20] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 109
[21] Γούναρης Β. και άλλοι, ο.π. σελ. 65-68
[22] Σβορώνος Ν, ο.π. σελ. 109
[23] Βουρνάς Τ, ο.π. σελ. 564

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

Κραυγή απελπισίας

Συνάδελφοι,

όσοι διδάσκετε το ιστορία στην Γ΄ Λυκείου, ξέρετε αλήθεια σε ποια σελίδα πρέπει -σύμφωνα με το υπουργείο- να’ χουμε φτάσει; Στη σελίδα 165!! Αν, παρά ταύτα είσαστε …καθυστερημένοι, μη στενοχωριέστε, υπάρχει πάντα λύση: υπάρχουν καθηγητές στο σχολείο σας των οποίων το μάθημα δεν είναι τόσο σημαντικό! Δεν έχετε, λοιπόν, παρά να παρακαλέσετε- αφού ελέγξτε τα κενά σας και υποχρεωθείτε φυσικά- για να «πάρετε ώρες» από άλλους πρόθυμους συναδέλφους (δύο ώρες–όπως υπολογίζουν οι ειδήμονες- την εβδομάδα για κάθε τμήμα και χωρίς να θεωρηθούν υπερωρίες) και να διδάσκετε από τούδε και στο εξής ΔΕΚΑ ΣΕΛΙΔΕΣ τη φορά, αν θέλετε να ολοκληρώσετε την ύλη και τα παιδιά μας να μη μείνουν ανιστόρητα!

ΑΥΤΗ ήταν η απάντηση του Υπουργείου στις εκκλήσεις συναδέλφων και συμβούλων ότι η ύλη είναι - αν μη τι άλλο- πολλή!*

Προσωπικά, θεωρώ απαράδεκτη τη σιωπή μας σε τέτοιου είδους πιέσεις. Θεωρώ απαράδεκτη την ψευδή δήλωση που κάνουμε όταν στέλνουμε στο Υπουργείο την «ύλη» και βάζουμε καμιά 20αριά σελίδες παρακάτω, προσποιούμενοι ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας να βγει κάποιος να βροντοφωνάξει ότι με το να μονολογούμε σε μια τάξη αδιάφορων και κοιμισμένων εξασφαλίζουμε την απέχθεια των μαθητών προς το μάθημα της ιστορίας βάζοντας ένα λιθαράκι ακόμα στον πύργο της αμορφωσιάς. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας, επίσης, να απαιτήσουμε να δίνεται η ευκαιρία στον καθηγητή να παρουσιάσει την ύλη με τρόπο πιο ελκυστικό, αξιοποιώντας το οπτικό και ακουστικό υλικό που είναι τόσο άφθονο όσο αφορά την ιστορία του 20ου αι., και δίνει αφορμή να προσελκύσει και να ευαισθητοποιήσει -ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ- κάποιους μαθητές που έχουν νου κι ευαισθησία.

Αλλά φυσικά, δεν μπορεί αυτό να συμβεί όταν κυνηγάμε με τόσο ΑΝΟΗΤΟ τρόπο τις σελίδες!


* οι πληροφορίες μας αφορούν το νομό Θεσσαλονίκης

Χριστίνα Παπαγγελή

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι (σελ. 68-73)

Κάποιες επισημάνσεις που αφορούν στην παρουσίαση των γεγονότων, των συνθηκών και στη επάρκεια των ιστορικών γνώσεων:
1. Πριν πληροφορηθεί ο μαθητής τις συμμαχίες και τις συμφωνίες μεταξύ των βαλκανικών κρατών και τα σημαντικότερα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον Α΄ Βαλκανικό, ο συγγραφέας του βιβλίου φτάνει στο τέλος του πολέμου, και τη συνθήκη του Λονδίνου ( Σημ.: έχει ήδη προεξαγγείλει, σ’ ένα είδος εισαγωγής, τη συνθήκη που σφραγίζει το τέλος του δεύτερου Βαλκανικού, τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου!) Με αντίστροφη πορεία διαβάζουμε τους όρους της Συνθήκης του Λονδίνου (τέλος Α΄ Βαλκανικού), στη συνέχεια πληροφορούμαστε τις διμερείς συμφωνίες Βουλγαρίας- Σερβίας που προηγήθηκαν της …έναρξης του πολέμου, και ακόμα πιο κάτω μαθαίνουμε τι προέβλεπαν (διανομή εδαφών). Αυτή η δομή ασφαλώς δεν εξυπηρετεί την πρόσληψη και κατανόηση συμφωνιών- γεγονότων από το μαθητή.
2. Σε ό,τι αφορά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, στο σχολικό βιβλίο υπάρχει η ασαφής και γενικόλογη πρόταση «η ομώνυμη συνθήκη κατακύρωσε την Καβάλα και την περιοχή της στην Ελλάδα». Δεν γίνεται καν μια αναφορά σύντομη στα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους (Νέστος, Μπέλες, Πρέσπα) ή για την προσάρτηση της Ν. Ηπέιρου και της Κρήτης (η οποία από την αρχή των βαλκανικών διακήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα). Αντί γι’ αυτό, υπάρχει λεπτομερέστατη παρουσίαση (12 σειρές) της συμφωνίας Ρουμανίας – Ελλάδας σχετικά με τα προνόμια των Βλάχων της Ηπείρου και της Μακεδονίας (θα μπορούσε να γίνει σε 2-3 σειρές). Θα ήταν ασφαλώς προτιμότερο ν’ αποκτήσει ο μαθητής μια σαφή εικόνα των συνόρων του ελληνικού κράτους μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, πολύ περισσότερο αφού ο χάρτης της σελ. 71 δε βοηθάει ιδιαίτερα λόγω της χρωματικής ομοιομορφίας του, ενώ ο χάρτης της σελ. 78 (η Ευρώπη στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου/1914) τον αποσυντονίζει εντελώς: τα σύνορα της Ελλάδας είναι αυτά του 1881!
3. Σημαντική ακόμα είναι η παράλειψη αναφοράς στη δολοφονία του Γεωργίου του Α΄ (για την κατανόηση των γερμανικών επεκτατικών σχεδίων στα Βαλκάνια στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), στο θέμα της Κρήτης και Ένωσης με την Ελλάδα καθώς και στις συνέπειες των βαλκανικών για τη χώρα.
4. Ατυχής θεωρείται η έκφραση «ύστερα από προτροπή του Βενιζέλου» για την είσοδο του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονίκη, αφού είναι γνωστό πως επρόκειτο γι’ απαγόρευση του πρωθυπουργού προς τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ήθελε να κατευθυνθεί προς το Μοναστήρι της Σερβίας.
Λιάρου Βάνα

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2008

(4) Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος στο σχολικό εγχειρίδιο της Γ΄Λυκείου: Πόσες και πόσες απορίες…


Συγκρουόμενα συμφέροντα 2 (σελ. 76)

Φαίνεται πως, σε κάποιους κύκλους, η έννοια (και η ίδια η λέξη) «συμφέροντα» θεωρείται, πώς να το πούμε, κάπως χυδαία για να ασχοληθεί κανείς μαζί της ενδελεχώς. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε το ότι, στο σχετικό κομμάτι, συμφέροντα ακούμε και συμφέροντα δε βλέπουμε; Για να είμαστε ακριβείς, κάτι λέει το βιβλίο: ότι ήταν συγκρουόμενα και ότι είχαν παγκόσμιο χαρακτήρα. Αναφέρονται μάλιστα και οι τοπικές- διεθνείς κρίσεις που προηγήθηκαν του Μεγάλου Πολέμου. Αλλά αν αναρωτηθεί κάποιος ανήσυχος μαθητής τι γύρευαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, ας πούμε, στο Μαρόκο, δε θα βρει απάντηση. Νοσταλγούμε και πάλι το προηγούμενο σχολικό εγχειρίδιο, που ευθαρσώς ανέφερε τις απαγορευμένες λέξεις «αποικίες», «οικονομική διείσδυση», «μεγάλα οικονομικά συγκροτήματα», «ζώνες επιρροής», «πετρέλαιο»…
Και ενώ η εκβιομηχάνιση και η οικονομική ανάπτυξη δε συναρτώνται ποσώς με τα παγκόσμια συμφέροντα και τις διεθνείς κρίσεις, εμφανίζονται στην αφήγηση, αμέσως μετά. Για ποιο λόγο; Για να χρεωθούν τη διατάραξη «της παραδοσιακής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων» και την αποδέσμευση πολλών ατόμων από «περιορισμούς και από αναστολές, με συνέπεια να αναπτυχθούν στο απρόσωπο πλαίσιο της πόλης διάφοροι αποσταθεροποιητικοί παράγοντες, όπως μια γενική ανησυχία, ανατρεπτικές οργανώσεις και κινήματα και σποραδικές εκδηλώσεις βίας». Υπενθυμίζουμε ότι βρισκόμαστε στο κεφάλαιο Γ΄(«Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος και οι άμεσες επιπτώσεις του»), στην ενότητα 1(«Οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων(1870-1914)») και στην υποενότητα «Συγκρουόμενα συμφέροντα» . Ο νοών…αμειφθήσεται! Ποια είναι, εν προκειμένω, τα συγκρουόμενα συμφέροντα; Της οργανωμένης βιομηχανικής κοινωνίας από τη μια, και των πολλών, ελεύθερων από αναστολές ατόμων, από την άλλη; Και πώς ακριβώς σχετίζεται αυτή η σύγκρουση με τον πόλεμο; Οι βιομηχανικές κοινωνίες κάνουν τον πόλεμο για να κλείσουν αυτό το εσωτερικό μέτωπο; (Όσο να’ναι, μπροστά σε μια παγκόσμια σύρραξη, οι σποραδικές εκδηλώσεις βίας ωχριούν…) Μήπως πάλι αυτά τα χωρίς περιορισμούς άτομα κατάφεραν να αποτελέσουν για τις κυβερνήσεις των χωρών τους παράδειγμα προς μίμησιν κι έτσι, απαλλαγμένες κι αυτές με τη σειρά τους από αναστολές, προχώρησαν σε μια αποσταθεροποίηση κάπως μεγαλύτερης κλίμακας; Εδώ ο καθηγητής σηκώνει τα χέρια. Δεν τελειώσαμε όμως ακόμη. «Τέτοια φαινόμενα», πληροφορούμαστε, «ήταν πιο συνηθισμένα στην περιφέρεια της Ευρώπης…: στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στις βαλκανικές χώρες και στην Ανατολική Ευρώπη». Δηλαδή;;; Σε χώρες που δεν είχαν ούτε ιδιαίτερη εκβιομηχάνιση ούτε ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη – ορισμένες δε, ούτε και ιδιαίτερη συμμετοχή στον πόλεμο…Έλεος! (ή μήπως «αιδώς!»;)


Μαρία Ευδωρίδου

(3) Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος στο σχολικό εγχειρίδιο της Γ΄Λυκείου: Πόσες και πόσες απορίες…


Συγκρουόμενα συμφέροντα 1 (σελ. 76)

Είδαμε, σχολιάζοντας την πρώτη υποενότητα του σχολικού εγχειριδίου για τον Α΄παγκόσμιο πόλεμο, τα προβλήματα που προκύπτουν από τις ασαφείς (λογικά και ιδεολογικά) διατυπώσεις. Η συνέχεια της αφήγησης δε μας βοηθάει, δυστυχώς, να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο. Ο τίτλος της υποενότητας που ακολουθεί είναι «Συγκρουόμενα συμφέροντα». Και τα προβλήματα ξεκινούν με τη πρώτη κιόλας φράση: «Το γεγονός ότι η δολοφονία ενός Αψβούργου πρίγκιπα οδήγησε στην έκρηξη ευρωπαϊκού πολέμου φανερώνει μια βασική αδυναμία της ευρωπαϊκής κοινωνίας της εποχής, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την οργάνωση των διακρατικών σχέσεων και των συνακόλουθων πολεμικών μηχανισμών». Μία ήταν η ευρωπαϊκή κοινωνία της εποχής; Τι απέγιναν αίφνης οι διαφορές των κρατών; Ή απλώς η αδυναμία ήταν κοινή σε όλα τα κράτη; Η κοινωνία συλλήβδην αποφασίζει για την οργάνωση των διακρατικών σχέσεων; Σε ποιο πολίτευμα και με ποιες συνακόλουθες διαδικασίες; Και, τέλος πάντων, ποιο είναι το συμπέρασμα στο οποίο θέλουν να καταλήξουμε; Ότι αν υπήρχε, ας πούμε, καλύτερη διπλωματία, η ένταση θα λυνόταν με διαπραγματεύσεις και ο πόλεμος θα είχε αποφευχθεί; Παρά τα συγκρουόμενα συμφέροντα; Τα οποία σχετίζονται κάπως με την οργάνωση των διακρατικών σχέσεων ή όχι; Και οι πολεμικοί μηχανισμοί γιατί άραγε κατηγορούνται ως ανοργάνωτοι; Το κυνήγι των εξοπλισμών στο οποίο είχαν αποδυθεί στις παραμονές του πολέμου οι βασικοί αντίπαλοι είναι γνωστό – τι άλλο θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής οργάνωση; Ή μήπως το νόημα που θα ήθελαν οι συντάκτες να δώσουν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: ότι η κοινωνία ήταν αδύναμη να αποτρέψει την οργάνωση πολεμικών μηχανισμών; Συγχωρήστε μας, τους φτωχούς φιλολόγους χωρίς έξτρα πανεπιστημιακές περγαμηνές, που δυσκολευόμαστε να εννοήσουμε τα ελληνικά του βιβλίου. Αλλά φαντάζεται κανείς ότι οι μαθητές μας θα τα καταφέρουν καλύτερα;



Μαρία Ευδωρίδου

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2008

(2) Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος στο σχολικό εγχειρίδιο της Γ΄Λυκείου: Πόσες και πόσες απορίες…


Εθνικοί ανταγωνισμοί 2 (σελ. 75-76)

Ας δούμε τι μας επιφυλάσσει η συνέχεια. «Πολλοί θεώρησαν τον πόλεμο λύτρωση από την πεζή καθημερινότητα του αστικού πολιτισμού και ευκαιρία για ηρωισμούς, αυτοθυσίες και διακρίσεις σε έναν κόσμο ανεπανόρθωτα - όπως φαινόταν - υλιστικό». Καμία αντίρρηση- αρκεί να διευκρινίσουμε ποιοι ακριβώς ήταν αυτοί οι πολλοί. Όχι βέβαια ο φιλειρηνιστής Ζωρές, ο οποίος, εγκαίρως δολοφονηθείς, δεν πρόλαβε να αποτελέσει παραφωνία στο κλίμα της γενικής ανακούφισης. Ούτε, προφανώς, ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄, που εμφανίζεται στο σκίτσο της επόμενης σελίδας με ξεκάθαρα… υλιστικές ορέξεις, καθώς επιχειρεί να καταβροχθίσει την οικουμένη. Άρα, όπως υποψιαζόμαστε και… εκ του πλήθους τους, αυτοί οι πολλοί ήταν οι διάφοροι Φριτς και Τζον που έμελλε να αποτελέσουν κρέας για τα κανόνια, οι απλοί στρατιώτες των οποίων τον ενθουσιασμό τονίζει και σχετικό παράθεμα (… πάντα γελαστοί και γελασμένοι). Τουλάχιστον το παλαιότερο βιβλίο, παραθέτοντας τις σχετικές φωτογραφίες, σχολίαζε αυτή τη διαπιστωμένη χαρά με ένα υπονομευτικό θαυμαστικό…
«Άλλοι όμως», συνεχίζει το βιβλίο- κι εμείς περιμένουμε «δεν ήταν τόσο αφελείς», «δεν ένιωσαν τέτοια χαρά», κάτι, τέλος πάντων, που να δικαιολογεί και τα «ανάμεικτα συναισθήματα» της αρχής και το «όμως». Φευ! «Άλλοι όμως είχαν περισσότερο συγκεκριμένες και λιγότερο ιδεαλιστικές προσδοκίες. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί θεωρούσαν τον πόλεμο ευκαιρία προκειμένου να απαλλαγούν από το εφιάλτη της περικύκλωσης από τη Γαλλία και τη Ρωσία. Η ηγεσία του βρετανικού ναυτικού… Οι Γάλλοι στρατιωτικοί εξάλλου…». Έστω! Έστω και έμμεσα, διαφαίνεται κάποια διαφοροποίηση: πολλοί χαρούμενοι με αφηρημένες ιδεαλιστικές προσδοκίες από τη μια, άλλοι (λιγότεροι;), με αξιώματα, χαρούμενοι κι αυτοί, με λιγότερο ιδεαλιστικές προσδοκίες (με λίγη φαντασία σχεδόν διαβάζουμε κάτω από τις γραμμές τη μπανάλ λέξη συμφέροντα) από την άλλη. Αλλά κι αυτή η αόριστη διάκριση αίρεται στη συνέχεια: «Οι Αυστριακοί (όχι, κάπως πιο απρόσωπα, η Αυστρία- άρα όλοι, αδιακρίτως;) επιδίωκαν να δώσουν στη Σερβία ένα μάθημα… Ανάλογα προβλήματα επιζητούσαν να λύσουν οι λαοί της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είτε σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είτε σε βάρος των γειτόνων τους, για να κατοχυρώσουν πρόσφατα εδαφικά κέρδη, όπως οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι, ή για να αναθεωρήσουν πρόσφατες συνθήκες που δεν τους ευνοούσαν, όπως οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι». Τελικό συμπέρασμα που αποκομίζει ο αναγνώστης; Ο πόλεμος έγινε είτε γιατί τον προκάλεσε κάποια αιτία μυστική και απροσδιόριστη (και επομένως δικαιολογείται η αμηχανία των συγγραφέων που δεν αρθρώνουν τη λέξη αιτία ούτε μια φορά), είτε γιατί τον ήθελαν όλοι- λαοί, έθνη (τζάμπα τόσο μελάνι που ξοδεύτηκε στα προηγούμενα κεφάλαια για να εμπεδώσουμε τη διαφορά), ηγέτες, ρομαντικοί και ρεαλιστές, απλοί άνθρωποι και «μεγάλα κεφάλια», Γάλλοι και Γερμανοί, Έλληνες και Τούρκοι, για δικούς του λόγους ο καθένας, που συναποφάσισαν (…) να εμπλακούν σε εθνικούς ανταγωνισμούς (ο τίτλος της υποενότητας), το ίδιο αθώοι και ένοχοι για όλα. Θα επανέλθουμε.


Μαρία Ευδωρίδου

(1) Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος στο σχολικό εγχειρίδιο της Γ΄Λυκείου: Πόσες και πόσες απορίες…


Εθνικοί ανταγωνισμοί 1 (σελ. 75-76)

«Τον Αύγουστο του 1914 η Ευρώπη κατολίσθησε στη μεγαλύτερη έως τότε πολεμική περιπέτεια με ανάμεικτα συναισθήματα». Έτσι επιλέγουν οι συγγραφείς του βιβλίου να ξεκινήσουν την παρουσίαση του Μεγάλου Πολέμου. Ο αναγνώστης, λοιπόν, ενημερώνεται εξαρχής με μια πληροφορία (χρόνος έναρξης) και μια αξιολογική έκφραση (μεγαλύτερη έως τότε πολεμική περιπέτεια). Αλλά φαίνεται ότι το βάρος της συνέχειας στην αφήγηση το επωμίζεται ο καταληκτικός εμπρόθετος προσδιορισμός «με ανάμεικτα συναισθήματα». Τι προσδοκίες δημιουργεί η συγκεκριμένη έκφραση; Λογικά, περιμένουμε να αναφερθούν τα συναισθήματα αυτά και να ερμηνευτούν. Λογικά, επίσης, περιμένουμε ότι ένας πόλεμος προκαλεί πρωτίστως δυσάρεστα συναισθήματα- άλλωστε, και το ρήμα «κατολίσθησε» που χρησιμοποιήθηκε πιο πάνω για κάτι τέτοιο μας προϊδεάζει. Βέβαια, ένας καχύποπτος σχολαστικός θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η «κατολίσθηση» παραπέμπει σε φυσικό φαινόμενο ή σε ατύχημα και να εγείρει αντιρρήσεις για το αν ένας πόλεμος θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται έτσι από έναν ιστορικό. Ας προσπεράσουμε προς το παρόν αυτή τη διάσταση του θέματος και ας επανέλθουμε στα συναισθήματα. Τι μας αποκαλύπτει η συνέχεια; Το πρώτο (και μόνο) από τα «ανάμεικτα συναισθήματα» που μνημονεύεται είναι…η ανακούφιση!
«…την ένταση του καλοκαιριού μετά τη δολοφονία του Αψβούργου αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου (σημαντικού προσώπου, όπως φαίνεται από την έντονη γραφή του ονόματος) στο Σαράγεβο της Βοσνίας, τη διαδέχτηκε γενική ανακούφιση». Η ένταση, υποθέτουμε, δεν εντάσσεται στα «ανάμεικτα συναισθήματα», αφού προηγείται, χρονικά, της «κατολίσθησης».
Απομένει, επομένως, η ανακούφιση, και μάλιστα η γενική ανακούφιση, και οι αναπόφευκτες απορίες: είναι τόσο μεμπτή η ευθύγραμμη ιστορική αφήγηση σε ένα βιβλίο ιστορίας, ώστε πρέπει διαρκώς να πληροφορούμαστε για τα γεγονότα με αναδρομές; (Πρώτα η έναρξη του πολέμου, μετά η δολοφονία που προηγήθηκε∙ ανάλογα, στο κεφάλαιο των Βαλκανικών: πρώτα η λήξη του Α΄ Βαλκανικού και η Συνθήκη του Λονδίνου, μετά οι συνθήκες που είχαν υπογραφεί πριν την έναρξη του πολέμου και τα πολεμικά γεγονότα…) Ποιος δολοφόνησε το Φραγκίσκο Φερδινάνδο (εντάξει, ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ, όπως αναφέρεται σε λεζάντα φωτογραφίας) και- κυρίως- γιατί; Πώς ακριβώς σχετίζεται αυτό το- έστω, δευτερεύον, κατά την ομολογία του εισαγωγικού σημειώματος, γεγονός- με τον πόλεμο; Θεωρείται αυτονόητο ότι οι μαθητές θυμούνται μια διαπίστωση που έγινε πριν… 13 σελίδες;(«…οι εθνικές επιδιώξεις της Σερβίας οδήγησαν στη ρήξη της με την Αυστρία και στην έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου…») Είναι, άραγε, δικαιολογημένη επιλογή να προτάσσεται εμφατικά η αναφορά σε συναισθήματα στην παρουσίαση ενός πολέμου; (Θυμόμαστε όλοι ότι το παλαιότερο βιβλίο ξεκινούσε με τα αίτια του πολέμου- και μάλιστα τα οικονομικά) Υπονοείται κάποιου είδους αιτιακή σχέση ανάμεσά τους; Και αν ναι, ποια; Ο πόλεμος προκαλεί συναισθήματα ή τα συναισθήματα πολέμους; Υποδηλώνεται απλώς μια στροφή της ιστοριογραφίας στον «κοινό άνθρωπο»; Ή έχουμε να κάνουμε με ένα νέο (;) ερμηνευτικό σχήμα που θεωρεί πως ο πόλεμος προκαλείται για να εκτονωθούν οι άνθρωποι από ποικίλες εντάσεις («… μια κάποια λύσις»); Θα συνεχίσουμε…


Μαρία Ευδωρίδου

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Πολύτιμη συμπαράσταση

Πολύ ουσιαστικές, εμπεριστατωμένες και αξιόλογες είναι οι μελέτες του κ. Φ. Βώρου (http://www.voros.gr/ekp.html), διδάκτορα φιλοσοφίας και επίτιμου μέλους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, σχετικά με τα προβλήματα που παρουσιάζει το νέο βιβλίο της Ιστορίας:


  1. Μερικές επισημάνσεις δυσερμήνευτων ατελειών του σχολικού βιβλίου Ιστορίας: Νεότερος και Σύγχρονος Κόσμος (Γ ΄ Λυκείου)
  2. Δείγμα αντικειμενικότητας σχολικού βιβλίου Ιστορίας (Γ΄ Λυκείου): Συμφωνία του Μονάχου (29-30 Σεπτεμβρίου 1938) και το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο (23 Αυγούστου 1939). Ερμηνεία –Συνέπειες.
  3. Eνα δείγμα προβληματισμού για τη διδαξιμότητα σχολικού βιβλίου Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου (για την Γ΄ Λυκείου), σελ. 135-136: «Η πολιτική κρίση στην Ελλάδα (κατά την περίοδο 1943-45) και τα Δεκεμβριανά»

Επίσης, τον ευχαριστούμε θερμά για την πολύτιμη συμβολή του στην προσπάθειά μας και για τα ενθαρρυντικά του λόγια που μας δίνουν κουράγιο να συνεχίσουμε.


Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2008

ουδέν σχόλιον!


σελ. 32: Η μικρή Ελλάδα της εποχής ήταν ο «αρραβώνας» του «περιούσιου λαού» με τον Κύριό του για τη μέλλουσα ολοκλήρωση της απελευθέρωσης όλων των Ελλήνων, σύμφωνα με μεταγενέστερη ευσεβή εθνική ευχή.
(Από το υποκεφάλαιο «Η έκβαση της επανάστασης» με το οποίο τελειώνει η ενότητα για την ελληνική επανάσταση)