Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

η γλώσσα του βιβλίου

Ένα από τα «επιφανειακά» χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι η δυσκολία της γλώσσας του. Δηλαδή χαρακτηριστικά όπως ο μακροπερίοδος λόγος και οι πολυσύλλαβες λέξεις. Αυτά τα δύο καθιστούν ένα κείμενο εύκολο ή δύσκολο ανεξάρτητα από τις σημασίες του και άλλους παράγοντες που δε μπορεί να είναι μετρήσιμοι. Ας δούμε δύο αποσπάσματα και τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους.

Απόσπασμα 1
Στην Πρωσία της δυναστείας των Χοχεντσόλερν (Hohenzollern) η γαιοκτητική αριστοκρατία των Γούγκερς (Junkers), που ήλεγχε το στρατό, και η φιλελεύθερη αστική τάξη που ήλεγχε το κοινοβούλιο, συγκρούονταν σε πολλά ζητήματα, ιδίως στο ζήτημα της αύξησης της δύναμης του στρατού που προωθούσε ο νέος βασιλιάς της χώρας από το 1861, ο Γουλιέλμος Α΄ (1861-1871, αυτοκράτορας της Γερμανίας, 1871-1888), και που υπονόμευε το κοινοβούλιο.
σελ. 47

Αποτελέσματα αξιολόγησης

Δείκτες Αναγνωσιμότητας
Αριθμός περιόδων: 1
Αριθμός Λέξεων: 64
Αριθμός συλλαβών: 137
Λέξεις ανα περίοδο: 64
Συλλαβές ανα λέξη: 2.14
Δείκτης αναγνωσιμότητας Flesch: 15.58 πολύ δύσκολο, ΤΕΙ-ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας SMOG: 22.75 επίπεδο ΤΕΙ - ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας FOG: 74.16 πολύ δύσκολο

Απόσπασμα 2
Η νέα αποικιοκρατία, ως ιστορικό φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως ιμπεριαλισμός (από το λατινικό όρο “imperium”: αυτοκρατορία), διέφερε από τις προγενέστερες φάσεις του φαινομένου από την εξής άποψη: οι νέες αποικίες δε δημιουργήθηκαν από το δημογραφικό πλεόνασμα ή από ανεπιθύμητες θρησκευτικές ή άλλες ομάδες του πληθυσμού της Ευρώπης, ούτε ανέπτυξαν τους δεσμούς των μητροπόλεων της γηραιάς ηπείρου.
σελ. 54

Αποτελέσματα αξιολόγησης

Δείκτες Αναγνωσιμότητας
Αριθμός προτάσεων: 1
Αριθμός Λέξεων: 57
Αριθμός συλλαβών: 141
Λέξεις ανα πρόταση: 57.00
Συλλαβές ανα λέξη: 2.47
Δείκτης αναγνωσιμότητας Flesch: 3.03 πολύ δύσκολο, ΤΕΙ-ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας SMOG: 24.21 επίπεδο ΤΕΙ - ΑΕΙ
Δείκτης αναγνωσιμότητας FOG: 73.67 πολύ δύσκολο


Η αξιολόγηση της δυσκολίας των αποσπασμάτων έγινε με το Λογισμικό αναγνωσιμότητας ελληνικών κειμένων που μπορούμε να βρούμε στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα
Οι μετρήσιμοι παράγοντες που αξιοποιούνται αναφέρονται στην "υλική" διάσταση ενός γραπτού κειμένου και στις ενδείξεις της επιφάνειας του κειμένου. Δηλαδή δεν εξετάζουν τις σημασίες του κειμένου και άλλους παράγοντες που δεν είναι μετρήσιμοι. Για αυτούς θα μπορούσαμε να συζητήσουμε.

Βασίλης Συμεωνίδης

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Το ανατολικό ζήτημα κατά τη δεκαετία 1870-1880

Είναι σημαντικό να δούμε την κατάσταση σε σχέση με την κρίση του Ανατολικού Ζητήματος. Καθ’ όλη τη δεκαετία 1870-1880 έχουμε έξαρση της εθνικοαπελευθερωτικής κίνησης των βαλκανικών λαών με σημαντική υποκίνηση και ενίσχυση από τη Ρωσία η οποία μάλιστα το 1877 κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία και την αναγκάζει να υπογράψει τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (Ιανουάριος 1878). Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος είναι ένα ουσιαστικό πλήγμα στο δόγμα της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [1]. Σ’ αυτήν την αναταραχή στα Βαλκάνια τα συμφέροντα των σλαβικών κρατών συμφωνούν με τη ρωσική πολιτική, αντίθετα οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν ταυτίζονται πάντα με τα αγγλικά συμφέροντα στην Ανατολή. Η Αγγλία, από τη μια, επισείει προς την Ελλάδα τον πανσλαβικό κίνδυνο και, από την άλλη, υπόσχεται αόριστα τη μελλοντική υπεροχή της Ελλάδας στα Βαλκάνια[2].

Σημαντική είναι η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878). Σύμφωνα με αυτήν Σερβία, Μαυροβούνιο με σημαντικές εδαφικές επαυξήσεις γίνονται ανεξάρτητα κράτη, όπως και η Ρουμανία Η Βουλγαρία γίνεται αυτόνομη ηγεμονία που στα όριά της συμπεριλαμβάνονται όλη η Μακεδονία και η Β.Δ. Θράκη [3]. Η Ρωσία όμως δεν μπορεί να επιβάλλει την εφαρμογή της συνθήκης καθώς αντιδρούν οι Δυτικές Δυνάμεις και κυρίως η Αγγλία που εκμεταλλεύεται τη δυσαρέσκεια των βαλκανικών λαών. Ο Αγγλικός στόλος πλέει στην Προποντίδα για να πιέσει τις καταστάσεις. Με τους Άγγλους συντάσσονται οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, που εμφανίζονται ως μεγάλη δύναμη υπό την ηγεσία του Μπίσμαρκ.

Έτσι θα οδηγηθούμε στο Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) που αποτελεί σταθμό στην εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα δεν είχε άμεσα οφέλη από το Συνέδριο παρά τις βάσιμες απαιτήσεις της για διεύρυνση των βορείων συνόρων της. Το 1881 όμως, κατά τη σύνοδο των πρεσβευτών των μεγάλων δυνάμεων με τη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, η Τουρκία παραχώρησε στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και την Άρτα έναντι ορισμένων οικονομικών αποζημιώσεων για τις τουρκικές περιουσίες[4].

Η καλπάζουσα σήψη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γίνεται προϋπόθεση για την αστική ανάπτυξη της περιοχής και δημιουργεί κρίση στις σχέσεις των βαλκανικών κρατών. Το Αιγαίο γίνεται το γεωγραφικό επίκεντρο της ελληνικής μεγάλης ιδέας και ο ρόλος της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό είναι να «εκπολιτίσει» την Ανατολή. Αυτά προϋποθέτουν την ανόρθωση του ελληνικού κράτους[5].

Ως συνέπειες του Συνεδρίου του Βερολίνου έχουμε ακόμα ότι η Βουλγαρία απομακρύνεται από τη ρωσική επιρροή, η Γερμανία παρουσιάζεται ως μεγάλη δύναμη που διεισδύει και αυτή στην Ανατολή, ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας γίνεται κομβικό σημείο για το δρόμο του “Drang mach Osten” (Ώθηση προς την Ανατολή) και επίσης γίνεται ο αντικειμενικός σκοπός όλων των Βαλκανικών κρατών. Πρόβλημα ουσιώδες είναι ότι οι λαοί που κατοικούν στη Μακεδονία είναι εξαιρετικά ανακατωμένοι. Ιδιαίτερα ο σλάβικος πληθυσμός της Μακεδονίας γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης από τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Η σύγκρουση οξύνεται με την ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων[6]. Το συνέδριο του Βερολίνου απέφυγε να λύσει το μακεδονικό ζήτημα που είχε ήδη προβληθεί στο προσκήνιο από το 1870 [7].

Είναι μετά από όλα αυτά, λοιπόν, που οι εθνικές αλυτρωτικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια γίνονται εγχειρήματα, διαταράσσουν τις μέχρι τότε ισορροπίες στην περιοχή και θέτουν την ανάγκη εκσυγχρονισμού των κρατών ώστε να επιδιώξουν την επέκτασή τους. Είναι ενδεικτική η άποψη του ιστορικού Κ. Παπαρρηγόπουλου: «το πειστικότερο των εθνικών δικαίων επιχείρημα είναι η δύναμις». Χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατεί είναι και η φράση του Χ. Τρικούπη: «η Μακεδονία θα γίνη ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσι οι Βούλγαροι δεν αμφιβάλλω ότι θα εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς την λάβωμεν, θα τους κάνωμεν όλους Έλληνας μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας»[8].


[1] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΔ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ. 9
[2] Σβορώνος Ν, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1885, σελ. 106
[3]Κολιόπουλος Ι, Νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 219
[4] Βουρνάς Τ, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας, τ. α΄, Πατάκης, Αθήνα 2005, σελ. 483-485, 490, 494 και Σβορώνος Ν, ό.π. σελ. 107 και Κολιόπουλος Ι. ό.π. 219
[5] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. 56-57
[6] Σβορώνος Ν, ό.π. σελ. 108-109
[7] Κολιόπουλος Ι. ό.π. σελ. 219
[8] Ιστορία Ελληνικού Έθνους, ο.π. σελ. 18



Βασίλης Συμεωνίδης
ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο μπορεί να συσχετιστεί με Το μακεδονικό ζήτημα κατά το 19ο αιώνα, εδώ http://istoria3.blogspot.com/2008/04/19.html